ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΗΓΑΖΟΥΝ ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Αρκετοί θεωρητικοί της αγοράς αντιλαμβάνονται τους τίτλους ιδιοκτησίας με τρόπο αξιωματικό και αναπτύσσουν εξαναγκαστικούς μηχανισμούς για να τους επιβάλλουν – δικαιολογώντας μια τέτοια βία, δια της επίκλησης εννοιών όπως η άρρητη συγκατάθεση και/ή το δίκαιο των συμβολαίων, με τα οποία εκχωρείται σε κάποιον, για κάποιο χρονικό διάστημα, κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλον. Κάτι τέτοιο δικαίως ενοχλεί αρκετούς άναρχο-κομμουνιστές. Οι αριστεροί θεωρητικοί της αγοράς, με τη σειρά τους, τείνουν να υποβαθμίζουν αυτές τις παρατηρήσεις ως διαμάχη μεταξύ διαφορετικών ιδανικών συστημάτων ιδιοκτησίας – για παράδειγμα, ως διαφορές σχετικά με το τι συνιστά εγκατάλειψη και γενική βιωσιμότητα της συλλογικής ιδιοκτησίας.

Αλλά αυτό, όπως έχω ισχυριστεί ξανά και ξανά, αποτελεί ένα βαθύτατα περιορισμένο τρόπο κατανόησης των διαφόρων κριτικών που εγείρονται εναντίον τους.

Πρώτα απ’ όλα, κάθε σύστημα το οποίο διαμεσολαβεί τις επιθυμίες διαφορετικών ατόμων για διαφορετικές χρήσεις αντικειμένων, δε μπορεί να περιγραφεί με όρους τίτλων ιδιοκτησίας. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας αποτελούν αξιώσεις, συγκεκριμένων δρώντων, άσκησης απόλυτου veto στη χρήση ενός αντικειμένου. Αποτελούν μια κατασκευή, η χρήση της οποίας είναι η διαπραγμάτευση του νόμιμου δικαιώματος στη χρησικτησίας από άτομα με ανταγωνιστικές προθέσεις ως προς κάποιο αντικείμενο. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας λύνουν το πρόβλημα του καθορισμού του εάν ο Α ή ο Β θα αποφασίσει εάν το τάδε αντικείμενο θα πάρει την κατεύθυνση 1 ή 2.

Ξεκάθαρα, ωστόσο, αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να προσεγγίσουμε την κατάσταση.

Όταν οι αναρχο-κομμουνιστές μιλούν για κοινωνίες χωρίς την έννοια της ιδιοκτησίας, συχνά εννοούν ένα κοινωνικό σύστημα όπου οι αποφάσεις σχετικά με τη χρήση οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου ή κάποιου πόρου, δεν παίρνονται ποτέ από κάποιο συγκεκριμένο σώμα επιλεγμένων ατόμων αλλά τίθενται προς συζήτηση ανοιχτή προς τον καθένα ο οποίος έχει λόγο, επιθυμία και ιδέες να συνεισφέρει στη διαδικασία. Σε αυτή τη περίπτωση, οι κριτικές οικονομικές οντότητες λειτουργούν ως κατευθύνσεις παρά ως τίτλοι-veto, ως έννοιες, παρά ως άτομα. Οι δυνατές διαδικασίες διαμεσολάβησης μπορεί να είναι απίθανα περίπλοκες και δυναμικές. Έτσι, σε ένα πρωτοζωϊκό στάδιο μπορεί να έχεις μια απλή συζήτηση ή κάποια έμφαση που δεν έχει ακόμα αμφισβητηθεί (εξειδικεύομαι στη χρήση μιας συγκεκριμένης οδοντόβουρτσας και, επομένως, δεδομένου του ιστορικού συγκείμενου της, δεν θα ήταν αρκετοί αυτοί οι οποίοι θα είχαν μια καλύτερη πρόταση για τη χρήση της). Ταυτόχρονα, τα σωρευτικά συστήματα των πιο προηγμένων μηχανισμών είναι ορατά στην ανάπτυξη του λογισμικού ανοιχτού κώδικα. Εν συντομία, εκεί όπου ο χρόνος κάποιου είναι ο πλέον σπάνιος πόρος και η βαρύτητα της φωνής του το πλησιέστερο ανάλογο του νομίσματος. Ταυτόχρονα, η σπάνη εντοπίζεται και στο χώρο (λειτουργικά όμοια με την υλική σπάνη) σε ότι αφορά μια ευρεία γκάμα από projects, ενώ, ως απάντηση, καινούργια οικοσυστήματα διαλόγου αναδύονται. Αξίζει να σημειωθεί πως κάτω από αρκετά καθεστώτα που διέπουν τους τίτλους ιδιοκτησίας, εάν οι ειδικοί νομικοί δε μπορούν να συμφωνήσουν για το ποίος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης ενός αντικειμένου, το αντικείμενο στέκει αχρησιμοποίητο. Αυτοί που εμπλέκονται στη διαμάχη γύρω από τις αντιμαχόμενες χρήσεις ενός αντικειμένου σε μια κοινωνία χωρίς ιδιοκτησία είναι άμεσα ικανοί να μετέλθουν πολυποίκιλα μέσα διαπραγμάτευσης, αλλά και έτσι, εάν δε μπορούνε να συμφωνήσουν, το αντικείμενο παραμένει άχρηστο. Γιατί κυριολεκτικά οποιοσδήποτε στον κόσμο έχει τη δυνατότητα να ασκήσει veto.

Σε κάποιους αυτό θα μπορούσε να φανεί – ενώ φιλοσοφικά συμπαγής αντί-πρόταση στην ιδιοκτησία και, ακόμη, πρόσκαιρα λειτουργικό σε μικρο-επίπεδο – τελείως παλαβό. Και ίσως να είναι. Ωστόσο, στην πράξη τέτοιες εξωτερικές προς την ιδιοκτησία προσεγγίσεις είναι επαρκώς λειτουργικές. Ο μοναχικός, ο ανώριμος, ο ταραξίας, ή οποιοσδήποτε ο οποίος εκμεταλλεύεται τη συναίνεση, απλώς παύει να υπάρχει έπειτα από μερικές κοινωνικές διορθωτικές κινήσεις. Καθώς ο καθένας εξαρτάται απ’ όλους τους άλλους, απ’ όπου και να προέρχονται, είναι προς το συμφέρον τους να διατηρήσουν, να αναπτύξουν και να μεταδώσουν την καλή πίστη.

Προφανώς, ωστόσο, το γεγονός πως τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις μπορεί να παράξουν πολύ καλύτερο λογισμικό για ένα θραύσμα της ενέργειας που καταναλώνει η Microsoft, δε σημαίνει πως είναι εξίσου αποδοτικές στη μετακίνηση αγαθών για την ικανοποίηση της ζήτησης ή τη μετακύλιση του κόστους μεταξύ δυο καταναλώσεων. Χωρίς την ικανότητα απόδοσης αξίας σε χωρικές/φυσικές σχέσεις (όπως στο πεδίο των δρώντων και των αντικειμένων) δε μπορεί κανείς να μεσολαβήσει αυτές τις σχέσεις. Και οποιαδήποτε και αν είναι τα διλήμματα των πρωτόγονων πολιτισμών της αφθονίας ή των μετά-ανθρώπινων αποικιών νάνο-ρομπότ, δεν θα έπρεπε να είναι αμφιλεγόμενος ο ισχυρισμός πως η χωροθέτηση των υλικών αντικειμένων συνιστά το κεντρικό υπολογιστικό πρόβλημα στο σημερινό κόσμο. Κάποια μορφή τίτλων ιδιοκτησίας φαίνεται να είναι επιτακτική, όσο οριστική, όσο συλλογική ή ατομική τυγχάνει να είναι η διαχείριση της.

Το ζήτημα είναι πως αυτή είναι μια συζήτηση περί απόδοσης. Ενώ μπορεί βέβαια να είναι ανεπιθύμητο, εξακολουθεί να είναι πλήρως δυνατό να κατασκευαστεί μια κοινωνία χωρίς ιδιοκτησία.

Ακολουθώντας το διάσημο σλόγκαν “Όλα για όλους” ο επίμονος θεωρητικός της αγοράς θα ισχυριστεί πως μια τέτοια κοινωνία θα λειτουργούσε ως ένα σύστημα με τους τίτλους ιδιοκτησίας να ανήκουν στους πάντες. Ενώ πρακτικά είναι άνευ νοήματος, δεν θα ήταν αναγκαστικά λάθος. Ως θεωρητικό πλαίσιο σε αυτή την περίπτωση, οι τίτλοι ιδιοκτησίας συσκοτίζουν την ανάλυση. Κανείς σε μια τέτοια κοινωνία δεν θα σκέφτονταν οτιδήποτε παρόμοιο.

Έτσι, οδηγούμαστε στη δεύτερη κριτική της ιδιοκτησίας.

Δεν είναι δύσκολο να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως η θέση που αποκτούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας στο μυαλό μας συνεπάγεται μια κοσμοαντίληψη αυξανόμενης κατάτμησης και ταξινόμησης. Πρόκειται, πράγματι, για γνωστή υπόθεση. Τεμαχιοποιώντας τον κόσμο γύρω μας, μας λέει αυτή η ιδέα, τείνουμε να βλέπουμε τον κόσμο σαν μια λίστα ιδιόκτητης περιουσίας.

Συγχωρέστε μου την παλινδρόμηση στην παιδική μου – Nickelodeon – ηλικιά στα 1990s, αλλά έχω την ανάμνηση ενός επεισοδίου των Angry Beavers όπου τα αδέρφια ξαφνικά ανακαλύπτουν πως έχουν, ο καθένας μια δερμάτινη θήκη με την οποία μαρκάρουν αντικείμενα με μια απαίσια, χρωματιστή, προσωπική μυρωδιά, η οποία διώχνει όλους του άλλους εκτός από αυτόν στον οποίο ανήκει. Ευθύς, ξεσπάει ένας πόλεμος προσωπικών διεκδικήσεων μέχρι που ολόκληρος ο κόσμος διακρίνεται ανάλογα με την τάδε ή την άλλη μυρωδιά, κάθε αδερφός όλο και περισσότερο εμμονικός με τη λίστα της ιδιοκτησίας του, σε βαθμό που να μην μπορεί να σκεφτεί κάτι άλλο.

Αυτή αποτελεί την πλέον κλασσική κριτική του καπιταλισμού – αυτή που πηγάζει από την απλή ψυχολογία – και συνάμα αποτελεί μια κριτική την οποία οι θεωρητικοί της αγοράς δεν είναι ικανοί να επεξεργαστούν.

Για πολλούς αντικαπιταλιστές, το πρόβλημα με το καπιταλιστικό πλαίσιο είναι η εγγενής του ροπή προς τον υλισμό, και με κατάληξη την μεταχείριση των ανθρώπων σαν αντικείμενα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι ακατανόητο για τους Ελευθεριακούς γιατί αυτοί βλέπουν το σεβασμό προς τους τίτλους ιδιοκτησίας να απορρέει πλήρως από το σεβασμό στην ατομική αυτενέργεια. Με πρακτικούς, καθημερινούς όρους, ο σεβασμός προς την αυτενέργεια του άλλου συχνά καταλήγει στο σεβασμό προς τη μη-παραβιασιμότητα του σώματος του. Μη τους πυροβολήσεις, μη τους βιάσεις, μη τους βασανίσεις. Επειδή οι άνθρωποι είναι όντα που χρησιμοποιούν εργαλεία, όπως οι ερημίτες κάβουρες, δεν υπάρχει συχνά ξεκάθαρη γραμμή μεταξύ της βιομάζας μας και αυτών που κατέχουμε (χρησιμοποιούμε ρούχα αντί να έχουμε γούνα, απεκκρίνουμε νεκρή μάζα από τα μαλλιά, κτλ.), και επομένως ο σεβασμός προς το άλλο άτομο μοιάζει να προεκτείνεται ώστε να περιλαμβάνει και το σεβασμό για τα πράγματα που χρησιμοποιεί. Και μόλις ξεκινήσεις να μιλάς για Δικαιώματα αυτές οι συνδέσεις πρέπει να γίνουν πιο συνεκτικές. Και φυσικά πάντοτε έχουμε την κοινή λογική να επιτάσσει με απόλυτο τρόπο: μην κλέψεις.

Ωστόσο, οι αντί-καπιταλιστές κάτι αγγίζουν εδώ πέρα. Ακόμα και να βάζαμε στην άκρη τις εξελικτικές, γνωσιακές προκαταλήψεις του Homo Sapiens, ως άτομα έχουμε περιορισμένη υπολογιστική ικανότητα. Δε μπορούμε να σκεφτούμε τα πάντα ταυτόχρονα. Εάν ορισμένες από τις διαδικασίες σκέψης, απαραίτητες για ένα συγκεκριμένο σύστημα, βγουν εκτός ελέγχου και καταλάβουν περισσότερο χώρο, άλλες – όπως αυτές που οδήγησαν στο σύστημα αρχικά – θα παραγκωνιστούν στην περιφέρεια.

Εάν κάποιο μέτρο υιοθετηθεί ως το Α και το Ω μιας κοινωνίας, είτε πρόκειται για την απόκτηση ενός συγκεκριμένου καθολικού νομίσματος, είτε για απλά αθροίσματα ατόμων, η λειτουργία του ως προαπαιτούμενο ή κλειδί κάθε πόρτας ή επιθυμίας, μπορεί να καταλήξει να έχει αποτελέσματα επάνω στις ίδιες τις επιθυμίες και τα σχέδια του καθενός.

Οι αντί-καπιταλιστές, συχνά με όχι έξυπνο τρόπο, θολώνουν τη διάκριση μεταξύ πλούτου και κυρίαρχης εξουσίας – ο πλούτος και/ή οι ανισορροπίες στον πλούτο δεν πρέπει απαραίτητα να σημαίνουν και ικανότητα για κοινωνικό έλεγχο – αλλά ωστόσο είναι αναμφισβήτητα αληθές πως το άμεσο κυνήγι της εξουσίας και του πλούτου έχουν την ίδια μορφή. Η μονοκόμματη σκέψη προοδευτικά ανταμείβεται, ώσπου η αδράνεια αυτής της προσέγγισης να εξωθήσει τελείως από το μυαλό τον λόγο για τον οποίο αρχικά αποδώσαμε αξία στον πλούτο ή στην εξουσία.

Συνεπώς, αντί να εστιάζουμε στη συσσώρευση τίτλων ιδιοκτησίας ή χρημάτων ως μέσο για την ευκαιρία, οι αναρχο-κομμουνιστές ισχυρίζονται, πρέπει να εστιάσουμε στη συσσώρευση καλής πίστης.

Δεν διαφωνώ.

Μόλις, όμως, χαρακτηρίσεις την έμφαση στην καλή πίστη με όρους αγοράς, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των αγορών του Doctorow οι οποίες στηρίζονται στην υπόληψη, το μονοπάτι ξαφνικά εμφανίζεται. Μοιάζει αρκετά ξεκάθαρο το γεγονός πως οι τίτλοι ιδιοκτησίας είναι ένα εργαλείο απίστευτης χρησιμότητας στο σημερινό κόσμο με όλες τις τεχνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Ως τέτοιος, στέκει ο ισχυρισμός πως αυτοί οι οποίοι βρίσκονται εντός μια αναρχο-κομμουνιστικής κοινωνίας στραμμένης προς την καλή πίστη, έχουν το συγκριτικό πλεονέκτημα της διαπραγμάτευσης και της υιοθέτησης ενός δεύτερης τάξης συστήματος για την ανάπτυξη και την αναγνώριση των τίτλων ιδιοκτησίας. Ανεξαρτήτως του πως ακριβώς η αγορά θα διαμεσολαβήσει δυναμικά την συνθήκη, η καλή πίστη θα παρέμενε το βασικό αγαθό ικανό να να μετατραπεί, μεταξύ άλλων, σε επιλεκτικό veto σχετικά με τη χρήση των τίτλων χρησικτησίας των αντικειμένων. Επομένως, μπορούμε να αφαιρέσουμε τη ψυχολογική σύγκρουση: χωρίς ένα κρατικά οργανωμένο και αναγκαστικό σύστημα το οποίο να διέπει την χρήση των τίτλων ιδιοκτησίας ή χωρίς κεντρικές τράπεζες και νόμισμα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν θα ήταν ούτε τόσο σταθεροί, ούτε τόσο καθολικά έγκυροι, όσο θα ήταν η επένδυση στην καλή πίστη. Και η καλή πίστη, σε αντίθεση με τους τίτλους ιδιοκτησίας, είναι άμεσα, μεθοδολογικά προσδεδεμένη στην αναγνώριση της αξίας και στο σεβασμό των ανθρώπων ως δρώντα υποκείμενα.*

Αυτό μας δείχνει και τον τρόπο αντιμετώπισης οριακών καταστάσεων ιδιοκτησίας. Ο Rothbard εύκολα αναγνώρισε, για παράδειγμα, πως ένας κόσμος στον οποίο κάποιος θα είχε ένα τίτλο για καθετί, δε θα μπορούσε εύκολα να διακριθεί από την τυραννία. Και έπειτα, εάν αυξήσεις τον αριθμό των ιδιοκτητών πάλι θα καταλήξεις στην ολιγαρχία. Ακόμα και αν έδινες ένα μερίδιο πλούτου σε όλον τον υπόλοιπο πληθυσμό, αυτό δε θα έσπρωχνε την αγορά να δουλέψει προς μια δυναμική και εξισωτική κατεύθυνση, καθώς αυτός ο πλούτος θα μπορούσε να είναι ανεπαρκής ως κεφάλαιο.

Ωστόσο, αν η ιδιοκτησία είναι ένα δεύτερης τάξης αγαθό το οποίο πηγάζει από θεσμούς της αγοράς βασισμένους στην υπόληψη/καλή πίστη/δάνειο, τότε εάν μια τάξη συστηματικά ξετίναζε το δανεισμό της στις πλάτες μια άλλης τάξης συνολικά, οι «από κάτω» δε θα είχαν κανένα κίνητρο να σεβαστούν τους τίτλους ιδιοκτησίας, αφού κανένα άτομο δε θα φοβόταν ακόμα και την παραμικρή κύρωση ή την απώλεια καλής πίστης λόγω της κατάληψης και της οικειοποίησης του πλούτου κάποιου άλλου. Για να το πούμε απλά, εάν σε μια καινούργια διαστημική αποικία, πριν από οποιονδήποτε άλλον, εγκαταστήσω ρομπότ που οργώνουν όλον τον πλανήτη, δεν δημιουργεί εγγενώς το κίνητρο σε οποιονδήποτε άλλον να σεβαστεί το βέτο που ασκώ εγώ επί της χρήσης από τρίτους ολόκληρου του πλανήτη. Εάν οι άλλοι θαυμάζουν και αντλούν αξία από το μέγα-όργωμα μου (ή από τα πιθανά προϊόντα αυτού), τότε είναι πιο πιθανόν η φωνή μου να είναι σεβαστή στις συζητήσεις σχετικά με τις χρήσεις του, αλλά αν θέλω το βέτο που θα ασκήσω να είναι αποδεκτό, κάτι τέτοιο θα έπρεπε να πηγάζει από την επιθυμία μου για την επιθυμία των άλλων για μια κοινωνική συνθήκη σεβασμού, ευνοϊκή προς τα πλάνα των άλλων και τον σεβασμό των πραγμάτων τους. Περιστρεφόμαστε γύρω από την υιοθέτηση τίτλων ιδιοκτησίας (συμφωνώντας στην αλληλο-τιμωρία για τη χρήση των αντικειμένων). Η αποδοχή από μέρους μου κυριολεκτικά κάθε πράγματος ως ιδιοκτησία μου, θα καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατο.

Όχι μόνο ανταποκρίνεται κάτι τέτοιο σε οριακές καταστάσεις, αλλά και στην παλιά μαρξιστική παράνοια της διαφεύγουσας συσσώρευσης πλούτου δια της αρπαγής.

Υπό το πρίσμα μιας αγοράς στηριγμένης στη φήμη, το παλιό σημείο του Jeremy Weiland, γίνεται ακόμα πιο κατάλληλο. Χωρίς το κράτος, όσο περισσότερο πλούτο έχεις υπό τον έλεγχο σου, τόσο αυξάνεται γελοιωδώς το ρίσκο της αδρής πληρωμής αυτών που σε προστατεύουν για να μη σε κλέψουν ή σε προδώσουν.

«Είναι πιο εύκολο να κλέψεις ένα εκατομμύριο δολάρια από την τράπεζα, ή από κάποιο θησαυροφυλάκιο, παρά να ληστέψεις χίλιους, ή όσους, καθημερινούς ανθρώπους…. Ίσως σε κάποια ελεύθερη αγορά να υπάρχει μια φυσική αξία του προσωπικού πλούτου, πέρα από την οποία η πρόσοδος ελαττώνεται ραγδαία, και πριν την οποία οριακά τείνει κανείς προς το κέρδος και τον πλουτισμό».

Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ πληροφορίας και αντικειμένων; εν τέλει, δε μπορείς να κλέψεις ένα καλό δάνειο. Η εμπιστοσύνη των ανθρώπων, η καλή τους πίστη και όλο το πανόραμα των προθέσεων τους προς εσένα, βρίσκεται εντός τους. Είναι προσβάσιμο από τον καθένα, οπουδήποτε, αλλά μόνο οι ίδιοι μπορούν να το αλλάξουν. Δεν υπάρχουν τράπεζες για να το προστατεύσουν, μονάχα διασκορπισμένα συλλογικά και θεσμικά σημεία αναμετάδοσης, μέσα από τα οποία διακινείται. Και η εμπιστοσύνη είναι κριτικής σημασίας ως προϋπόθεση όλων των υλικών συναλλαγών.

Συμπτωματικά, ολόκληρη η κουβέντα γύρω από τις προτεινόμενες καταργήσεις των μισθών, των ενοικίων και του τόκου καθίσταται η ίδια συζητήσιμη. Προφανώς, ο καθένας, σε ορισμένο συγκείμενο, όσο οριακό και να είναι, θα αντιμετωπίζεται από όλους τους συμβαλλόμενους με ουδετερότητα ή θετικά. Αλλά ακόμα και εάν ξεφυτρώσουν σε μεγάλη κλίμακα, δε χρειάζεται πανικός: φλιπάρουμε και οργανωνόμαστε σαν μάχιμοι εξερευνητές χρησικτησίας με ιδεολογικά ακριβείς ορισμούς περί νόμιμης ιδιοκτησίας. Απεναντίας, όμως, η αγορά θα είναι ήδη έτοιμη να αλέσει ή και να εμποδίσει τη συσσώρευση τεράστιων περιουσιών γιατί θα είναι η ίδια η αγορά που θα διαπραγματευτεί το εάν θα γίνει αποδεκτή μια τέτοια περιουσία. Όχι απαραίτητα διαμέσου κακόπιστου εγκλήματος, αλλά διαμέσου μιας ανώτερης τάξης μηχανισμών της αγοράς που ορίζουν το εύρος και την ισχύ της κάθε αξίωσης.

Ως αγορά δε θα έμοιαζε και πολύ με τον εξιδανικευμένο Αμερικάνικο μύθο της απλοϊκής μας, σύγχρονης «αγοράς». Αλλά, και πάλι, αυτό το γνωρίζαμε.

* Εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάτι σχετικά με το ζήτημα της χειραγώγησης, αλλά νομίζω πως πρόκειται για ένα ευρύτερο ζήτημα το οποίο κανένα δομικό σύστημα δεν μπορεί να διαχειριστεί άμεσα, γιατί σε τέτοιο επίπεδο δεν μπορούμε να προκαταβάλουμε τις προθέσεις, παρά μόνο να αναγνωρίσουμε και να δουλέψουμε επάνω στις προκαταλήψεις μας. Συνεπώς δεν είναι περισσότερο θεμελιώδες πρόβλημα από ότι είναι για τον αναρχο-κομμουνισμό. Ωστόσο, νομίζω πως το ζήτημα της προθετικότητας και τα ψυχολογικά ζητήματα γύρω από τον έλεγχο δικαίως βρίσκονται στο επίκεντρο του αναρχικού προτάγματος. Απλώς ξεφεύγει των ορίων της παρούσας κουβέντας.

Anarchy and Democracy
Fighting Fascism
Markets Not Capitalism
The Anatomy of Escape
Organization Theory