Η Σιδερένια Γροθιά Πίσω από το Αόρατο Χέρι

Κέβιν Κάρσον / Kevin Carson

Η Σιδερένια Γροθιά Πίσω από το Αόρατο Χέρι

Ο Καπιταλισμός των Επιχειρήσεων Ως Σύστημα Προνομίων Εγγυημένων από το Κράτος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η XΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ

TΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

ΠΑΤΕΝΤΕΣ

ΥΠΟΔΟΜΕΣ

ΜΑΧΗΤΙΚΟΣ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

ΠΗΓΕΣ

—————–

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η φεουδαρχία έχει συσταθεί στη βάση ληστειών και σφετερισμών. Μια άρχουσα τάξη επιβλήθηκε με τη βία, υποχρεώνοντας την αγροτική τάξη να εργαστεί για το κέρδος των αφεντικών της. Αλλά κανένα σύστημα εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένου του καπιταλισμού, δεν έχει ποτέ δημιουργηθεί μέσω της επίδρασης της ελεύθερης αγοράς. O καπιταλισμός βασίστηκε πάνω σε μία μαζική ληστρική πράξη ανάλογη με τη φεουδαρχία και έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας μέσω συνεχών κρατικών παρεμβάσεων προκειμένου να προστατευτεί το φεουδαρχικό σύστημα προνομίων, χωρίς το οποίο η επιβίωση του καπιταλισμού είναι αδιανόητη.

Η παρούσα δομή της ιδιοκτησίας κεφαλαίου και της οργάνωσης της παραγωγής στην οικονομία μας, επονομαζόμενης και οικονομίας της «αγοράς», αντανακλά την παρέμβαση του κράτους μέσω κυρώσεων προγενέστερων και ξένων προς την αγορά. Από την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης, αυτό που νοσταλγικά αποκαλείτο «laissez-faire» ήταν στην πραγματικότητα ένα σύστημα συνεχών κρατικών παρεμβάσεων προκειμένου να επιδοτηθεί η συσσώρευση, να διαφυλαχθούν προνόμια και να διατηρηθεί η εργασιακή πειθαρχία.

Οι περισσότερες από αυτού του τύπου τις παρεμβάσεις γίνονται σιωπηρά αποδεκτές από το κυρίαρχο ρεύμα των ελευθεριακών της Δεξιάς ως κομμάτι ενός συστήματος «αγοράς». Αν και ορισμένοι από αυτούς, όπως οι Rothbard and Hess, διακρίνονταν από πνευματική τιμιότητα και ήταν διατεθειμένοι να εξετάσουν το κατά πόσον ο καπιταλισμός δημιουργήθηκε μέσω εξαναγκασμών, η Σχολή του Σικάγου και οι οπαδοί των θεωριών της Ayn Rand θεωρούν δεδομένες τις υπάρχουσες περιουσιακές σχέσεις και την ταξική εξουσία. Η ιδανική κατ’ αυτούς «ελεύθερη αγορά» είναι απλώς το υπάρχον σύστημα, αφαιρουμένου του προοδευτικού ρυθμιστικού και προνοιακού χαρακτήρα του ληστρικού καπιταλισμού, όπως για παράδειγμα του καπιταλισμού των ληστοβαρόνων του 19ου αιώνα.

Παρ’ όλ’ αυτά, οι αυθεντικές αγορές έχουν αξία για την ελευθεριακή Αριστερά, και οφείλουμε να μην εκχωρήσουμε τον όρο αυτό στους εχθρούς μας. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός —ένα σύστημα εξουσίας στο οποίο η ιδιοκτησία και ο έλεγχος διαχωρίζονται από την εργασία— δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε μία ελεύθερη αγορά. Ως αναρχικός της αμοιβαιότητας (mutualist anarchist), πιστεύω ότι η απαλλοτρίωση υπεραξιών —όπως για παράδειγμα συμβαίνει στον καπιταλισμό— δεν μπορούν να λάβουν χώρα χωρίς κρατικό εξαναγκασμό προκειμένου να διατηρηθούν τα προνόμια των τοκογλύφων, των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο αναρχικός των ελεύθερων αγορών Benjamin Tucker —με ορισμένες απόψεις του οποίου οι ελευθεριακοί της Δεξιάς συμφωνούν επιλεκτικά— θεωρούσε εαυτόν ελευθεριακό σοσιαλιστή.

Υπερβαίνει τις ικανότητές μου και δεν είναι σκοπός μου να περιγράψω έναν κόσμο όπου ένα αληθινό σύστημα αγοράς θα μπορούσε να αναπτυχθεί χωρίς τέτοιου είδους κρατική παρέμβαση. Είναι πέραν της φαντασίας μας ένας κόσμος όπου οι αγρότες θα είχαν κρατήσει τη γη τους, ο πλούτος θα ήταν ευρέως κατανεμημένος, το κεφάλαιο θα ήταν διαθέσιμο στους εργάτες χωρίς περιορισμούς μέσω συνεργατικών τραπεζών, οι τεχνολογίες παραγωγής δε θα προστατεύονταν από πατέντες αλλά θα ήταν ελεύθερα διαθέσιμες σε όλες τις χώρες και όπου κάθε λαός θα ήταν ελεύθερος να αναπτύσσεται τοπικά, χωρίς αποικιοκρατικές ληστείες. Αλλά αυτός θα ήταν ένας κόσμος αποκεντρωμένης παραγωγής μικρής κλίμακας, για τοπική χρήση, υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των εργαζομένων — ένας κόσμος απελευθερωμένος από τη δουλεία, σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή πραγματικότητα.

Η XΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Αντίστοιχα, η πιο μεγάλη επιδότηση στον σύγχρονο εταιρικό καπιταλισμό είναι η χορηγία της ιστορίας, μέσω της οποίας το κεφάλαιο συγκεντρώθηκε για πρώτη φορά στα χέρια των ολίγων, η εργασία στερήθηκε πρόσβασης στα μέσα παραγωγής και εξαναγκάστηκε να πουλήσει τον εαυτό της υπό τους όρους που έθεσαν οι αγοραστές. Το ισχύον σύστημα συγκέντρωσης κεφαλαιακής ιδιοκτησίας και μεγάλων επιχειρηματικών οργανισμών είναι ο άμεσος ωφελημένος αυτής της αρχικής διάρθρωσης της εξουσίας και της ιδιοκτησίας της περιουσίας, η οποία έχει διαιωνιστεί.

Για τη διαμόρφωση του καπιταλισμού όπως τον γνωρίζουμε, ήταν κρίσιμης σημασίας ο διαχωρισμός της εργασίας από την περιουσία. Μαρξιστές και άλλοι ριζοσπαστικοί οικονομολόγοι αναφέρονται συχνά στη διαδικασία αυτή ως «πρωταρχική συσσώρευση». «Αυτό που απαιτούσε το καπιταλιστικό σύστημα ήταν … μια υποβαθμισμένη και σχεδόν υποδουλωμένη κατάσταση μιας μεγάλης μάζας ανθρώπων, τη μεταμόρφωσή τους σε μισθοφόρους και τη μετατροπή των μέσων εργασίας τους σε κεφάλαιο». Αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση της γης «στην οποία [η αγροτική τάξη] είχε τα ίδια φεουδαρχικά δικαιώματα όπως και ο ίδιος ο φεουδάρχης». [Μαρξ, «Κεφάλαιο 27: Η Απαλλοτρίωση» Κεφάλαιο, 1ος Τόμος]

Για να κατανοήσουμε τις διαστάσεις αυτής της διαδικασίας, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι τα υποτιθέμενα δικαιώματα της αριστοκρατίας επί της γης στη φεουδαρχική οικονομία ήταν μια εξ ολοκλήρου φεουδαρχική νομική επινόηση που απέρρεε από το γεγονός ότι η αυτή η γη κατακτήθηκε από τους αριστοκράτες. Οι αγρότες που καλλιεργούσαν τη γη στην Αγγλία του 1650 ήταν απόγονοι αυτών που κατείχαν τη γη αυτή από αμνημονεύτων χρόνων. Με οποιοδήποτε κριτήριο ηθικής, αυτή η γη ήταν δική τους ιδιοκτησία, με κάθε σημασία της λέξης. Οι στρατοί του Γουλιέλμου του Κατακτητή, χωρίς κανένα άλλο δικαίωμα πέραν αυτού της ωμής βίας, εξανάγκασαν τους αγρότες που κατείχαν αγροτεμάχια να καταβάλλουν μίσθωμα για την ίδια τους τη γη.

Ο John Lawrence και η Βarbara Hammond θεωρούν το χωριό του 16ου αιώνα και το σύστημα ελεύθερων γαιών ως υπόλειμμα της ελεύθερης αγροτικής κοινωνίας των αγγλοσαξονικών χρόνων επί της οποίας επιβλήθηκε η γαιοκτησία. Οι προύχοντες αντιμετώπιζαν τα υπολείμματα των αγροτικών δικαιωμάτων που ακόμη διασώζονταν ως εμπόδιο στην πρόοδο και την αποτελεσματική γεωργία. Επανάσταση για τους ίδιους σήμαινε κάμψη της αγροτικής αντίστασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αγροτική κοινότητα «κομματιάστηκε … και οικοδομήθηκε εκ νέου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον ένας δικτάτορας αναδιαμορφώνει μία ελεύθερη κυβέρνηση». [«The Village Labourer / O Εργάτης του Χωριού», σ. 27-28, 35-36].

Όταν οι Tudors παραχώρησαν στην αριστοκρατία απαλλοτριωμένες μοναστικές γαίες, οι πρώτοι «εκδίωξαν μαζικά τους κληρονομικούς υπομισθωτές και συνένωσαν όλες τις απαλλοτριωμένες περιουσίες». [Μαρξ, «Η Απαλλοτρίωση»]. Αυτή η κλεμμένη γη, περίπου το ένα πέμπτο της καλλιεργήσιμης γης της Αγγλίας, ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας απαλλοτρίωση σε βάρος της αγροτικής τάξης.

Μία άλλη μεγάλη κλοπή αγροτικής γης ήταν η «μεταρρύθμιση» του νόμου για την έγγειο ιδιοκτησία από το Αποκατεστημένο Κοινοβούλιο του 17ου αιώνα. Η αριστοκρατία κατάργησε φεουδαρχικές μορφές κατοχής γης και μετέτρεψε τη δική της ιδιοκτησία γης, η οποία μέχρι τότε ήταν απλώς ένας «φεουδαρχικός τίτλος», σε «δικαιώματα σύγχρονης ατομικής ιδιοκτησίας». Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, κατήργησαν τα δικαιώματα εγγείου ιδιοκτησίας των φεουδαρχών. Οι κάτοχοι γης υπό το φεουδαρχικό καθεστώς ήταν νόμιμοι μισθωτές κατά το φεουδαρχικό δίκαιο, πληρώνοντας όμως ένα αμελητέο ποσό, εθιμικά ορισμένο, αποκτούσαν το δικαίωμα να πουλήσουν ή να μεταβιβάσουν κληρονομικά τη γη τους. Στην ουσία, αυτού του τύπου η ιδιοκτησία ήταν το αντίστοιχο της μόνιμης κατοχής γης υπό καθεστώς φεουδαρχίας. Αλλά αφού η ιδιοκτησία αυτή ήταν εθιμική, μόνο φεουδαρχικά δικαστήρια είχαν τη δικαιοδοσία να την επιβάλουν. Ως συνέπεια αυτής της «μεταρρύθμισης», οι ιδιοκτήτες που κατείχαν γη υπ’ αυτό το καθεστώς μετατράπηκαν σε ιδιοκτήτες εξαρτημένους από τη διάθεση των αφεντικών τους, τα οποία μπορούσαν να τους κάνουν έξωση ή να τους χρεώσουν οποιοδήποτε ενοίκιο έκριναν σωστό». [Μαρξ, «Η Απαλλοτρίωση…»].

Μια άλλη μορφή απαλλοτρίωσης, η οποία ξεκίνησε στα ύστερα χρόνια του Μεσαίωνα και αυξήθηκε δραματικά τον 18ο αιώνα, ήταν οι περίφραξη δημοσίων εκτάσεων γης. Και σε αυτήν την περίπτωση, οι αγρότες, ως κοινότητα, είχαν απόλυτο δικαίωμα στην ιδιοκτησία της κοινής γης κατ’ αντιστοιχία με τα «δικαιώματα περιουσίας» για τα οποία μάχονται οι σημερινοί υπερασπιστές τους. Oι Hammonds υπολόγισαν ότι οι συνολικές περιφράξεις που έλαβαν χώρα τον 18ο και τον 19ο αιώνα αφορούσαν το ένα έκτο ή το ένα πέμπτο της συνολικής καλλιεργήσιμης γης της Αγγλίας — σε αυτήν τη μελέτη δε συνυπολόγισαν τις περιφράξεις που έλαβαν χώρα πριν από το 1700. [«Village Labourer», σ. 42]. Ο E. J. Hobsbawm και ο George Rude υπολόγισαν ότι μόνο μεταξύ του 1750 και 1850 οι περιφράξεις μετέτρεψαν «περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών καλλιεργήσιμων εκταρίων σε ιδιωτικά γεωτεμάχια — αυτές οι εκτάσεις αποτελούσαν προηγουμένως ελεύθερη και δημόσια γη, λιβάδια ή χώρους απόθεσης απορριμμάτων.» [«Captain Swing», σ. 27]. 1

Οι άρχουσες τάξεις έβλεπαν το δικαίωμα των αγροτών στη δημόσια γη ως πηγή οικονομικής ανεξαρτησίας από τους καπιταλιστές και τους γαιοκτήμονες, και συνεπώς ως μια απειλή που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Οι περιφράξεις εξάλειψαν «μία επικίνδυνη πηγή απειθαρχίας» και εξανάγκασαν τους εργάτες να πωλούν την προσωπική τους εργασία υπό τους όρους των αφεντικών τους. Ο Arthur Young, ένας ευγενής από το Lincolnshire, περιέγραφε τη δημόσια γη ως «εκτροφείο ‘βαρβάρων’ ‘για τη φροντίδα και την ανάπτυξη μιας ενοχλητικής ράτσας ανθρώπων’». «Όλοι, εκτός αν είναι κανείς ηλίθιος, γνωρίζουν», έγραφε ο Young, «ότι οι κατώτερες τάξεις πρέπει να διατηρηθούν φτωχές, γιατί σε διαφορετική περίπτωση δε θα είναι ποτέ εργατικές». Το περιοδικό «Εμπορική και Αγροτική Επιθεώρηση» προειδοποίησε το 1800 ότι το να επιτραπεί στον ημερομίσθιο εργάτη να «κατέχει περισσότερη γη από αυτήν που μπορεί να καλλιεργήσει τα απογεύματα» σήμαινε ότι ο «αγρότης δεν θα μπορούσε να εξαρτάται πια από τον ημερομίσθιο εργάτη για τη διαρκή εργασία που ήταν απαραίτητη για την καλλιέργεια των χωραφιών». [Thompson, Η Δημιουργία της Αγγλικής Εργατικής Τάξης / The Making of the English Working Class, σ. 219-220, 358]. Αυτό που ο Sir Richard Price παρατήρησε σχετικά με τη μετατροπή ιδιοκτητών που ήταν αυτάρκεις και ανεξάρτητοι «σε ένα σώμα ανδρών που κερδίζουν τα προς το ζην δουλεύοντας για άλλους», ήταν ότι σε αυτήν την περίπτωση θα υπήρχε, «ίσως, μεγαλύτερη προσφορά εργασίας, επειδή θα υπήρχε μεγαλύτερος εξαναγκασμός προς αυτή την κατεύθυνση[Mαρξ, «Η Απαλλοτρίωση»…].

Ο Μαρξ παρέθεσε τις κοινοβουλευτικές «πράξεις περίφραξης» ως απόδειξη του ότι οι δημόσιες γαίες δεν ήταν σε καμία περίπτωση «ιδιωτική περιουσία των μεγάλων γαιοκτημόνων οι οποίοι είχαν αντικαταστήσει τους φεουδάρχες», αλλά στην πραγματικότητα απαίτησαν ένα «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα … για την μετατροπή τους σε ιδιωτική περιουσία». [«Η Απαλλοτρίωση»…]. Ο ίδιος ο Μαρξ συνόψισε τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης, σε όλη της τη βιαιότητα, ως εξής:

«Αυτοί οι προσφάτως ελευθερωμένοι άνθρωποι [δηλαδή οι πρώην δούλοι] μετατράπηκαν σε πωλητές του εαυτού τους αφότου τους στέρησαν, ληστρικά, τα ίδια τα μέσα παραγωγής που ήταν δικά τους και όλες τις εγγυήσεις που απολάμβαναν μέσω παλαιότερων φεουδαρχικών διακανονισμών. Αυτή η ιστορία, η απαλλοτρίωσή τους, είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με αίμα και φωτιά». Κεφάλαιο 26: Το Μυστικό της Πρωταρχικής Συσσώρευσης», «Κεφάλαιο», Τόμος 1].

Ακόμη και τότε, η εργατική τάξη δεν ήταν και τόσο αδύναμη. Το κράτος έπρεπε να ρυθμίζει τη διακίνηση της εργασίας, να εξυπηρετεί την ανταλλαγή εργασίας εκ μέρους των καπιταλιστών, και να διατηρεί την τάξη. Το ενοριακό σύστημα ρυθμίσεων της μετακίνησης ανθρώπων, σύμφωνα με τους νόμους περί φτώχειας και επαιτείας, έμοιαζε με το σύστημα διαβατηρίων εσωτερικού της Νότιας Αφρικής ή με τους Μαύρους Κώδικες της Περιόδου της Ανασυγκρότησης (Reconstruction Era). «Είχε την ίδια επίδραση στον Άγγλο ημερομίσθιο εργάτη των αγρών», έγραφε ο Μαρξ, «με το διάταγμα του Τατάρου Boris Godunov επί της ρωσικής αγροτικής τάξης». [«H Απαλλοτρίωση…»] Ο Άνταμ Σμιθ έφτασε στο σημείο να πει ότι «δεν υπήρχε σχεδόν κανένας φτωχός στην Αγγλία ηλικίας 40 ετών … ο οποίος να μην είχε νιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του την πιο σκληρή καταπίεση από τον κακώς σχεδιασμένο νόμο περί εγκατάστασης των φτωχών». [«Ο Πλούτος των Εθνών», σ. 61]

Το κράτος διατηρούσε την εργασιακή πειθαρχία αποτρέποντας την ελεύθερη μετακίνηση των εργατών. Ήταν δύσκολο να πεισθούν οι αρχές μιας ενορίας να χορηγήσουν σε κάποιον ένα πιστοποιητικό που θα του έδινε το δικαίωμα να μετακινηθεί σε άλλη ενορία προκειμένου να αναζητήσει εργασία. Οι εργάτες εξαναγκάζονταν να παραμείνουν εκεί που βρίσκονταν και να διαπραγματευθούν δουλειές σε αγορές με υπερπροσφορά εργασίας και ως εκ τούτου χαμηλών αμοιβών [Σμιθ, σ. 60-61].

Με μια πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται πως δε θα ήταν βολικό σε ενορίες που εμφάνιζαν έλλειμμα σε εργατικά χέρια [Σμιθ, σ. 60]. Τα εργοστάσια ήταν κτισμένα κοντά σε πηγές υδροηλεκτρικής ενέργειας και τις περισσότερες φορές βρίσκονταν σε απόσταση από τα αστικά κέντρα. Χρειαζόταν να έρθουν χιλιάδες εργάτες από πολύ μακριά. Το κράτος έδωσε λύση λειτουργώντας ως μεσάζων, προσφέροντας στις ενορίες που είχαν έλλειμμα εργατικών χεριών φτηνό πλεονασματικό εργατικό δυναμικό από αλλού, αποστερώντας από τους εργάτες τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους. Ένα αρκετά εκτεταμένο εμπόριο παιδικής εργασίας έκανε την εμφάνισή του, με τα παιδιά-εργάτες να μην είναι σε θέση να διαπραγματευτούν τους όρους εργασίας τους. [Hammonds, «Ο Εργάτης των Πόλεων / The Town Labourer» 1:146].

Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Επιτροπής Ασκούμενων στις Ενορίες το 1815, η κρατική πρόνοια και ενίσχυση «σπάνια εκχωρούνταν στον λήπτη της χωρίς την προηγούμενη αξίωση από την εκάστοτε ενορία του αποκλειστικού δικαιώματος απασχόλησης, κατά το δοκούν, όλων των παιδιών του ατόμου που ελάμβανε αυτήν τη βοήθεια». [Hammonds, «Town Labourer», 1:44, 147]. Ακόμη και όταν οι επίτροποι που ήταν υπεύθυνοι για την εφαρμογή του Νόμου περί Φτώχειας και Επαιτείας ενθάρρυναν τη μετανάστευση προς ενορίες που αντιμετώπιζαν έλλειψη εργατικών χεριών, αποθάρρυναν τη μετακίνηση ενηλίκων ανδρών — «προτίμηση δίνονταν σε ‘χήρες με μεγάλες οικογένειες με παιδιά ή σε τεχνίτες … με μεγάλες οικογένειες.’» Επιπλέον, η διαθεσιμότητα φτηνού εργατικού δυναμικού χρησιμοποιείτο εσκεμμένα από τους επιτρόπους ως μέσο συμπίεσης των ημερομισθίων. Οι αγρότες προέβαιναν σε απολύσεις των ίδιων των εργατών που δούλευαν γι’ αυτούς σε ημερήσια βάση, προκειμένου να αιτηθούν βοήθειας από τους επιβλέποντες». [Thompson, σ. 223-224].

Παρότι οι νόμοι που απαγόρευαν την ίδρυση συνδικάτων και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις θεωρητικά ίσχυαν τόσο για τα αφεντικά όσο και για τους εργάτες, στην πραγματικότητα δεν εφαρμόζονταν για τους δεύτερους [Σμιθ, σ. 61, Hammonds, «Town Labourer», σ. 1-74]. Ένας φυλλαδιογράφος, επονομαζόμενος «ταξιδιώτης κλωστοϋφαντουργός» που παραθέτεται από τον E. P. Thompson [σ. 199-202] περιέγραφε έναν «οικτρό συντονισμό των αφεντικών» που είχε ως συνέπεια να εγγράφονται σε μαύρες λίστες εργαζόμενοι που είχαν αφήσει τα αφεντικά τους μετά από διαφωνίες ως προς τα μισθολογικά. Οι εν λόγω νόμοι απαιτούσαν από τους υπόπτους να απαντούν ενόρκως κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, ενίσχυαν τη δυνατότητα των δικαστών να εκδίδουν αποφάσεις με συνοπτικές διαδικασίες, και επέτρεπαν, επίσης με συνοπτικές διαδικασίες, κατασχέσεις χρημάτων που συγκεντρώνονταν για την ενίσχυση των οικογενειών όσων απεργούσαν. [«Town Labourer», σ. 123-127]. Επίσης, οι νόμοι που καθόριζαν ανώτατα ημερομίσθια αντανακλούσαν ένα σύστημα εξαναγκασμών που λειτουργούσε, μέσω κρατικής επιβολής, υπέρ των αφεντικών. Όπως το έθεσε ο Άνταμ Σμιθ, «οποτεδήποτε η νομοθετική εξουσία επιχειρεί να διευθετήσει τις διαφορές μεταξύ των αφεντικών και των εργαζομένων τους, σύμβουλοι των νομοθετών είναι πάντοτε τα αφεντικά». [σ. 61].

Ο τρόπος ζωής της εργατικής τάξης μέσα στο πλαίσιο του εργοστασιακού συστήματος, με τις νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου, αποτέλεσε μια βαθιά ρήξη με το παρελθόν. Το εργατικό χρονοδιάγραμμα του 17ου αιώνα ήταν ακόμη πολύ επηρεασμένο από τα μεσαιωνικά ήθη. Αν και μερικές μέρες ο φόρτος εργασίας μεταξύ φύτευσης και συγκομιδής μπορούσε ξαφνικά να γίνει πολύ μεγάλος, υπήρχαν διαστήματα με λιγότερο φόρτο εργασίας και η αύξηση των αργιών λόγω θρησκευτικών εορτών συνέβαλλε στη μείωση του μέσου χρόνου εργασίας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στις μέρες μας. Επίσης, ο ρυθμός εργασίας καθοριζόταν γενικά από τον ήλιο ή τους βιολογικούς ρυθμούς του εργαζομένου, ο οποίος σηκωνόταν για να δουλέψει μετά από έναν ικανοποιητικό ύπνο και διέκοπτε την εργασία του όποτε ένιωθε την ανάγκη να ξεκουραστεί. Οι ένοικοι αγροικιών που είχαν πρόσβαση σε κοινή γη, ακόμη και όταν επιθυμούσαν επιπλέον εισόδημα από μισθωτή εργασία, μπορούσαν να δουλέψουν σε μια πιο περιστασιακή βάση και μετά να επιστρέψουν στην αυτοαπασχόληση. Αυτού του βαθμού η ανεξαρτησία δεν ήταν αποδεκτή από μια καπιταλιστική σκοπιά.

«Στο σύγχρονο κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι πρέπει με κάποιον τρόπο να προσαρμόζονται, να πειθαρχούν και να συμμορφώνονται στα ωράρια εργασίας άλλων ανθρώπων, … ή να δουλεύουν υπό τις διαταγές άλλων. Αλλά οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο πληθυσμός που ρίχτηκε στον σκληρό ρυθμό του εργοστασίου είχε πιο πριν κερδίσει τα προς ζην σε συνθήκες σχετικής ελευθερίας και γι’ αυτό η πειθαρχία της αρχικής περιόδου της εργασίας στα εργοστάσια ήταν ιδιαιτέρως άγρια. Κανένας οικονομολόγος της εποχής, όταν υπολόγιζε τα κέρδη ή τις απώλειες που αφορούσαν στην εργοστασιακή απασχόληση, δεν λάμβανε υπ’ όψιν την πίεση και τη βία που ένιωθε κάποιος ο οποίος περνούσε από μία ζωή όπου μπορούσε να καπνίσει ή να φάει, να σκάψει ή να κοιμηθεί, ανάλογα με τις επιθυμίες του, σε μία ζωή στην οποία κάποιος άλλος τον κλείδωνε, υποχρεώνοντάς τον να δουλέψει επί δεκατέσσερις ώρες χωρίς να έχει καν το δικαίωμα να σφυρίζει. Ήταν σαν να έμπαινες σε μια φυλακή σε μια ζωή χωρίς αέρα και χωρίς γέλιο». [Hammonds, «Town Labourer» 1:33-34].

Το εργοστασιακό σύστημα δε θα μπορούσε να έχει επιβληθεί στους εργάτες χωρίς πρώτα να τους έχει στερήσει άλλες εναλλακτικές και να τους έχει αποκλείσει με τη βία από οποιαδήποτε πηγή οικονομικής ανεξαρτησίας. Κανένα ανθρώπινο πλάσμα, που έχει τη συναίσθηση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας και που δεν έχει λυγίσει δε θα αποδεχόταν την πειθαρχία της εργοστασιακής εργασίας. Ο Stephen Marglin συνέκρινε τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας του 19ου αιώνα, όπου εργάζονταν άπορα παιδιά αγορασμένα στο σκλαβοπάζαρο της εργοστασιακής αγοράς εργασίας, με τα Ρωμαϊκά εργοστάσια τούβλων και κεραμικής στα οποία εργάζονταν σκλάβοι. Στη Ρώμη, η εργοστασιακή παραγωγή που βασιζόταν στην εργασία ελεύθερων ανθρώπων ήταν η εξαίρεση στον κανόνα. Το εργοστασιακό σύστημα, ιστορικά, δε θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς ένα εργατικό δυναμικό αποστερημένο από άλλες βιώσιμες εναλλακτικές εργασίας.

«Τα στοιχεία που διασώζονται … υποδηλώνουν εμφατικά ότι στη Ρωμαϊκή εποχή το αν η εργασία ήταν οργανωμένη στη βάση εργοστασιακών κατευθύνσεων καθοριζόταν όχι από τεχνολογικούς υπολογισμούς αλλά από τη σχετική ισχύ των δύο παραγωγικών τάξεων. Οι απελεύθεροι και οι πολίτες είχαν επαρκή δύναμη ώστε να συντηρούν συντεχνίες. Οι δούλοι δεν είχαν καμία δύναμη και κατέληγαν σε εργοστάσια». Τι κάνουν τα Αφεντικά / What Do Bosses Do?»]

Το πρόβλημα με το παλαιό «οικιακό σύστημα εξωτερικών αναθέσεων», κατά το οποίο οι εργαζόμενοι σε αγροικίες παρήγαν υφάσματα στη βάση συμβάσεων, ήταν ότι εξάλειφε τον έλεγχο των εργαζομένων επί του παραγόμενου προϊόντος. Το εργοστασιακό σύστημα, εξαλείφοντας τον έλεγχο των εργαζομένων επί της παραγωγικής διαδικασίας, είχε το πλεονέκτημα της πειθαρχίας και της επιτήρησης, με τους εργάτες να οργανώνονται από έναν επόπτη.

«Η προέλευση και η επιτυχία του εργοστασίου δεν έγκεινται στην τεχνολογική υπεροχή, αλλά στην αντικατάσταση του ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας και του όγκου της παραγωγής, που πέρασε από τα χέρια των εργαζομένων στον έλεγχο των καπιταλιστών. Οφείλεται επίσης στην αλλαγή της επιλογής των εργαζομένων ως προς τις ώρες εργασίας και παραγωγής. Η επιλογή αυτή βασιζόταν στις προτιμήσεις που επεδείκνυαν οι εργαζόμενοι σε ό,τι αφορούσε τον ελεύθερο χρόνο που ήθελαν να έχουν και τα αγαθά που επιθυμούσαν να αποκτήσουν. Ενώ παλαιότερα οι εργαζόμενοι αποφάσιζαν για το αν και για το πόσο θα εργαστούν, αυτή η επιλογή δεν υπήρχε πλέον».

Ο Μarglin πήρε το κλασικό παράδειγμα του Άνταμ Σμιθ που αφορούσε τον καταμερισμό εργασίας στην κατασκευή καρφιτσών και το αντέστρεψε. Η αυξημένη παραγωγικότητα ήταν παράγωγο, όχι του ίδιου του καταμερισμού της εργασίας, αλλά της κατάτμησης και της αναδιάταξης της διαδικασίας σε χωριστά πακέτα εργασιών με σκοπό τη μείωση του χρόνου συναρμολόγησης. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί από έναν μόνο εργαζόμενο αγροικίας ο οποίος θα ξεχώριζε τα διαφορετικά στάδια της κάθε εργασίας και μετά θα τα εκτελούσε στη σειρά (δηλαδή θα τραβούσε το σύρμα από μία ολόκληρη σειρά παραγωγής, θα το ίσιωνε, θα το έκοβε, κ.τ.λ.).

«Χωρίς την εξειδίκευση, οι καπιταλιστές δεν είχαν να παίξουν κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία. Αν ο κάθε παραγωγός μπορούσε από μόνος του να ενσωματώσει τα στάδια εργασίας που απάρτιζαν τη διαδικασία παραγωγής καρφιτσών σε ένα εμπορεύσιμο προϊόν, σύντομα θα διαπίστωνε ότι δεν υπήρχε καμία ανάγκη να εισέλθει στην αγορά καρφιτσών καταφεύγοντας σε μεσάζοντες. Μπορούσε να πουλάει απευθείας και να καρπώνεται για τον εαυτό του το κέρδος που αποκόμιζαν οι καπιταλιστές που μεσολαβούσαν ανάμεσα στους παραγωγούς και την αγορά».

Αυτή η αρχή βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας της βιομηχανικής τεχνολογίας των τελευταίων διακοσίων χρόνων. Και με δεδομένη ακόμη την ανάγκη των εργοστάσιων, ορισμένες φορές, για παραγωγή μεγάλης κλίμακας και εντάσεως κεφαλαίου, υπάρχει συνήθως η επιλογή μεταξύ εναλλακτικών παραγωγικών τεχνολογιών μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο. Οι βιομηχανίες έχουν συστηματικά επιλέξει τεχνολογίες οι οποίες μειώνουν τις απαιτούμενες δεξιότητες από μέρους των εργατών και οι οποίες μετακινούν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων προς τα πάνω, υπέρ της διευθυντικής ιεραρχίας. Ήδη από το 1835, ο Δρ. Andrew Ure (o ιδεολογικός πρόδρομος του τεϊλορισμού και του φορντισμού) υποστήριζε ότι όσο πιο πολλές δεξιότητες είχε ο εργαζόμενος, «τόσο πιο αυτόβουλος και … τόσο πιο ακατάλληλος ως συστατικό στοιχείο ενός μηχανικού συστήματος» γινόταν. Η λύση ήταν να εξαλειφθούν διαδικασίες οι οποίες απαιτούσαν «εξειδικευμένες δεξιότητες και σταθερότητα στα χέρια … από τον πονηρό εργαζόμενο» και να αντικατασταθούν από έναν «μηχανισμό τόσο αυτορρυθμιζόμενο, που ακόμη και ένα παιδί θα μπορεί να τον επιβλέψει». [«Philosophy of Manufactures / Φιλοσοφία της Παραγωγής», Thompson, σ. 360]. Και αυτή η αρχή έχει ακολουθηθεί σε ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Οι William Lazonick, David Montgomery, David Noble, and Katherine Stone έχουν παραγάγει ένα εξαιρετικό έργο πάνω στο θέμα αυτό. Αν και εταιρικά πειράματα εργατικής αυτοδιαχείρισης ανεβάζουν το ηθικό και την παραγωγικότητα μειώνοντας ταυτόχρονα τους τραυματισμούς και τις απουσίες από τη δουλειά —περισσότερο απ’ όσο αναμενόταν από τη διοίκηση— εγκαταλείπονται συνήθως από τον φόβο απώλειας του ελέγχου.

Ο Christopher Lasch, στον πρόλογό του στο βιβλίο του Noble «America by Design», χαρακτηρίζει τη διαδικασία κατά την οποία οι δεξιότητες των εργατών δεν είναι πια απαραίτητες λόγω αλλαγών στον τρόπο παραγωγής ως εξής:

«Ο καπιταλιστής, έχοντας απαλλοτριώσει την περιουσία του εργαζομένου, σταδιακά απαλλοτριώνει και την τεχνική του γνώση, κυριαρχώντας ο ίδιος επί της παραγωγής…»

«Η απαλλοτρίωση της τεχνικής γνώσης του εργαζομένου είχε ως λογική συνέπεια την ανάπτυξη του σύγχρονου μάνατζμεντ, στο οποίο και ενσωματώθηκε η τεχνική γνώση. Όσο το επιστημονικό μάνατζμεντ διαχώριζε την παραγωγή στις συστατικές της διαδικασίες, υποβάθμιζε τη θέση του εργάτη, μετατρέποντάς τον σε ένα απλό παράρτημα των μηχανών, και αύξανε ραγδαία το τεχνικό προσωπικό και τους επιτηρητές προκειμένου να επιβλέπουν την παραγωγική διαδικασία στο σύνολό της» [σ. xi-xii].

Η εκμετάλλευση της αγροτικής τάξης και η επιβολή του εργοστασιακού εργασιακού συστήματος δεν επετεύχθη χωρίς αντίσταση. Οι εργαζόμενοι γνώριζαν επακριβώς τι τους συνέβαινε και τι είχαν χάσει. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1790, όταν η ρητορική των Ιακωβίνων και του Tom Paine ήταν ιδιαιτέρως εξαπλωμένη ανάμεσα στη ριζοσπαστικοποιημένη εργατική τάξη, οι κυβερνώντες «του λίκνου της δημοκρατίας» ζούσαν με τον τρόμο ότι η χώρα θα σαρωνόταν από κάποια επανάσταση. Το κρατικό σύστημα αστυνόμευσης επί του πληθυσμού έμοιαζε με ξένο κατοχικό καθεστώς. Οι Hammonds παραθέτουν αλληλογραφία μεταξύ δικαστικών του Βορρά και του Υπουργείου Εσωτερικών στην οποία αναφέρεται ότι οι νόμοι χρησιμοποιούνται «ως όργανο καταπίεσης και όχι δικαιοσύνης» και ότι οι εργατικές τάξεις «έμοιαζ[αν] ιδιαιτέρως με πληθυσμούς ειλώτων». [«Town Labourer», σ. 72].

«Υπό το φως των ντοκουμέντων του Υπουργείου Εσωτερικών, … κανένα από τα ατομικά δικαιώματα των Άγγλων πολιτών δεν είχε πραγματική ισχύ για τις εργατικές τάξεις. Οι Ειρηνοδίκες και οι υπάλληλοί τους δεν αναγνώριζαν κανένα όριο στη δικαιοδοσία τους επί της ελευθερίας και της μετακίνησης των εργαζομένων. Οι Νόμοι περί Επαιτείας φαίνεται ότι υπερίσχυαν ολόκληρης της χάρτας των ελευθεριών των Άγγλων πολιτών. Χρησιμοποιήθηκαν για να στείλουν στη φυλακή οποιονδήποτε άνδρα ή γυναίκα τους οποίους οι δικαστικοί έκριναν ως ταραχοποιά στοιχεία. Οι νόμοι αυτοί προσέφεραν μεγάλες διευκολύνσεις και επέτρεπαν στους δικαστικούς να κινηθούν πολύ γρήγορα κατά οποιουδήποτε επιχειρούσε να συγκεντρώσει χρήματα για τις οικογένειες εργαζομένων που είχαν κλειδωθεί έξω από τα εργοστάσια ή ατόμων που μοίραζαν κείμενα τα οποία οι δικαστικοί έκριναν ως ανεπιθύμητα». [Αυτόθι, σ. 80].

Οι Άγγλοι αστυνομικοί, επονομαζόμενοι και Peel’s «bobbies»2, ήταν οι επαγγελματίες που επιφορτίστηκαν με την τήρηση του νόμου αντικαθιστώντας το σύστημα της πολιτοφυλακής, το οποίο δεν ήταν επαρκές ώστε να ελέγξει έναν πληθυσμό ολοένα και περισσότερο δυσαρεστημένων εργαζομένων. Την εποχή των Λουδιτών (Luddite) και άλλων αναταραχών, αξιωματούχοι του θρόνου προειδοποιούσαν ότι «η εφαρμογή των νόμων περί επιτήρησης και προστασίας θα οδηγούσαν στην απόκτηση όπλων από τους πιο δυσαρεστημένους». Στην αρχή των πολέμων κατά της Γαλλίας, ο Pitt έδωσε τέλος στην πρακτική της χρήσης ζυθοπωλείων ως στρατιωτικών κοιτώνων όπου στρατιωτικοί και πολίτες έρχονταν σε επαφή. Αντ’ αυτού, οι περιοχές βιομηχανικής παραγωγής γέμισαν με στρατιωτικούς κοιτώνες «με μόνο σκοπό την αστυνόμευση». Οι περιοχές αυτές «άρχισαν να μοιάζουν με χώρα υπό στρατιωτική κατοχή». [Αυτόθι, σ. 91-92].

Το αστυνομοκρατούμενο κράτος του Pitt συμπληρώθηκε από ημι-ιδιωτικές ομάδες επαγρύπνησης και διασφάλισης της τάξης, στην παλαιά παράδοση των μελανοχιτώνων και των ταγμάτων θανάτου. Για παράδειγμα η «Ένωση για την Προστασία από τους Ρεπουμπλικάνους και τους Εξισωτές (Levellers)» μια ένωση κατά των Ιακωβίνων που είχε συσταθεί από ευγενείς και από ιδιοκτήτες μύλων— διενεργούσε έρευνες από σπίτι σε σπίτι και, εκδηλώνοντας την αντίθεσή της στον Paine, οργάνωνε καψίματα ομοιωμάτων παρόμοια με το κάψιμο ομοιωμάτων του Guy Fawkes. Όχλοι «υπέρ Εκκλησίας και Βασιλιά» τρομοκρατούσαν υπόπτους για ριζοσπαστισμό. [Πέμπτο Κεφάλαιο, «Planting the Liberty Tree / Φυτεύοντας το Δέντρο της Ελευθερίας», Thompson].

Ο Thompson χαρακτήρισε αυτό το σύστημα ελέγχου ως «πολιτικό και κοινωνικό απαρτχάιντ» και ισχυρίστηκε ότι «η επανάσταση που δεν έλαβε χώρα στην Αγγλία ήταν εξίσου καταστροφική» με αυτήν που συνέβη στη Γαλλία. [σ. 197-198].

Τελικά, το κράτος ενίσχυσε την ανάπτυξη της παραγωγής μέσω του μερκαντιλισμού. Οι σύγχρονοι υποστηρικτές της «ελεύθερης αγοράς» γενικά αντιμετωπίζουν τον μερκαντιλισμό ως μία «άστοχη» προσπάθεια προώθησης κάποιου τύπου ενοποιημένου εθνικού συμφέροντος, υιοθετημένου στη βάση μιας ειλικρινούς άγνοιας οικονομικών αρχών. Στην πραγματικότητα, οι αρχιτέκτονες του μερκαντιλισμού γνώριζαν επακριβώς τι έκαναν. Ο μερκαντιλισμός ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικός σε ό,τι αφορούσε τον πραγματικό σκοπό που εξυπηρετούσε: τη συσσώρευση πλούτου από μέρους των εύπορων κατασκευαστών σε βάρος όλων των άλλων. Ο Άνταμ Σμιθ στις συστηματικές επιθέσεις του κατά του μερκαντιλισμού δεν εστίαζε στο ότι το σύστημα αυτό ήταν προϊόν ενός οικονομικού σφάλματος, αλλά θεωρούσε τον μερκαντιλισμό ως μία αρκετά ευφυή προσπάθεια πλουτισμού που γινόταν από ισχυρά συμφέροντα μέσω της χρήσης της κατασταλτικής ισχύος του κράτους.

Ο Βρετανικός παραγωγικός τομέας δημιουργήθηκε μέσω κρατικών παρεμβάσεων οι οποίες απέκλεισαν ξένα προϊόντα, έδωσαν στη Βρετανική ναυσιπλοΐα ένα μονοπώλιο στο διεθνές εμπόριο, και εξάλειψαν με τη βία το διεθνή ανταγωνισμό. Για παράδειγμα, οι Βρετανικές αρχές στην Ινδία κατέστρεψαν την κλωστοϋφαντουργία της Βεγγάλης, η οποία παρήγε τα καλύτερης ποιότητας υφάσματα στον κόσμο. Μολονότι οι Ινδοί δεν είχαν υιοθετήσει ατμοκινούμενες μεθόδους παραγωγής, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ότι θα το έκαναν, αν η Ινδία είχε παραμείνει πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητη. Η περιοχή της Βεγγάλης, που κάποτε ήταν εύπορη, σήμερα βρίσκεται υπό την κατοχή του Μπαγκλαντές και της περιοχής της Καλκούτας. [Τσόμσκι, «Παλιές και Νέες Παγκόσμιες Τάξεις Πραγμάτων / World Orders Old and New»].

Το αμερικανικό, το γερμανικό και το ιαπωνικό βιομηχανικό σύστημα δημιουργήθηκαν μέσω των ίδιων μερκαντιλιστικών πολιτικών, με την επιβολή τεράστιων δασμών επί βιομηχανικών προϊόντων. Το «ελεύθερο εμπόριο» υιοθετήθηκε από ασφαλείς, καθιερωμένες βιομηχανικές δυνάμεις, οι οποίες χρησιμοποίησαν το «laissez-faire» ως ένα ιδεολογικό όπλο προκειμένου να παρεμποδίσουν ενδεχόμενους αντιπάλους από το να ακολουθήσουν ένα παρόμοιο μονοπάτι εκβιομηχανισμού. Ο καπιταλισμός σε καμία περίπτωση δεν επικράτησε μέσω της ελεύθερης αγοράς ή κυρίως μέσω δραστηριοτήτων της αστικής τάξης. Πάντοτε επιβλήθηκε μέσω επαναστάσεων εκ των άνω από μία προ-καπιταλιστική άρχουσα τάξη. Στην Αγγλία, το ρόλο αυτό τον έπαιξε η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, στη Γαλλία η γραφειοκρατία του Ναπολέοντα του ΙΙ, στη Γερμανία οι Junkers, και στην Ιαπωνία οι Meiji. Στην Αμερική, η εκβιομηχάνιση συντελέστηκε από μία μερκαντιλιστική αριστοκρατία Φεντεραλιστών μεγαλοεφοπλιστών και γαιοκτημόνων και αυτό ήταν ό,τι πιο κοντινό σε μια «φυσική» αστική εξέλιξη. [Harrington, «Δύση του Καπιταλισμού / Twilight of Capitalism»].

Ρομαντικοί μελετητές του Μεσαίωνα όπως οι Chesterton και Belloc περιέγραψαν τη διαδικασία με την οποία η δουλεία σταδιακά ατόνησε και οι αγρότες μεταμορφώθηκαν εξ ορισμού σε ελεύθερους ιδιοκτήτες γης που πλήρωναν ένα συμβολικό ποσό για τη γη που κατείχαν. Το φεουδαρχικό ταξικό σύστημα είχε αρχίσει να αποσυντίθεται και να αντικαθίσταται από ένα πολύ πιο ελευθεριακό σύστημα με πολύ λιγότερη εκμετάλλευση. Ο Immanuel Wallerstein ισχυρίστηκε ότι το πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν «ένα σύστημα σχετικά ισοδύναμων παραγωγών μικρής κλίμακας, στο οποίο θα εξισώνονταν περαιτέρω οι αριστοκρατίες και θα αποκεντρώνονταν οι πολιτικές δομές». Μέχρι το 1650 αυτή η τάση είχε αναστραφεί και υπήρχε «μία σχετικά λογική συνέχεια μεταξύ οικογενειών που ήταν επιφανείς» μεταξύ του 1450 και του 1650. Ο καπιταλισμός δεν ήταν σε καμία περίπτωση «η ανατροπή μιας οπισθοδρομικής αριστοκρατίας γαιοκτημόνων η οποία μεταμορφώθηκε σε αστική τάξη επειδή το παλιό σύστημα ήταν σε αποσύνθεση». [«Ιστορικός Καπιταλισμός / Historical Capitalism», σ. 41-42, 105-106]. Αυτό αντηχούσαν μερικώς τα λεγόμενα του Arno Mayer [«Η Ανθεκτικότητα του Παλιού Συστήματος / The Persistence of the Old Regime»], ο οποίος ισχυριζόταν ότι υπήρχε συνέχεια μεταξύ της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και της άρχουσας καπιταλιστικής τάξης.

Η διαδικασία μέσω της οποίας ανατράπηκε o μεσαιωνικός πολιτισμός των αγροτών ιδιοκτητών, των συντεχνιών και των ελεύθερων πόλεων περιγράφηκε γλαφυρά από τον Κροπότκιν [«Αμοιβαία Βοήθεια / Mutual Aid», σ. 225]. Πριν να εφευρεθεί η πυρίτιδα, οι ελεύθερες πόλεις απωθούσαν συχνά τους βασιλικούς στρατούς κερδίζοντας έτσι την ανεξαρτησία τους και αποφεύγοντας την πληρωμή φεουδαρχικών φόρων. Αυτές οι πόλεις συχνά συμμαχούσαν με τους αγρότες στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τη γη. Το απολυταρχικό κράτος και η καπιταλιστική επανάσταση που αυτό επέβαλε κατέστη δυνατό μόνο αφού το πυροβολικό μπόρεσε να ελέγξει οχυρωμένες πόλεις με μεγάλη αποτελεσματικότητα και ο βασιλιάς απέκτησε τη δυνατότητα να πολεμά τους ίδιους του τους υπηκόους. Στον απόηχο αυτής της κατάκτησης, η Ευρώπη του William Morris κατέληξε να είναι κατεστραμμένη, δυστυχής και αποδεκατισμένη.

Ένα από τα τραγούδια του Peter Tosh είναι το «400 χρόνια». Αν και η λευκή εργατική τάξη δεν είχε υποφέρει ούτε κατ’ ελάχιστον αυτά που είχαν υποφέρει οι μαύροι σκλάβοι, είχαν παρ’ όλα αυτά περάσει «400 χρόνια» καταπίεσης για όλους εμάς που βρισκόμαστε υπό το σύστημα του κρατικού καπιταλισμού το οποίο συγκροτήθηκε τον 17ο αιώνα. Από τη σύσταση του πρώτου κράτους πριν από έξι χιλιάδες χρόνια η πολιτική καταπίεση έχει επιτρέψει στην εκάστοτε άρχουσα τάξη να ζει απομυζώντας την εργασία του λαού. Αλλά από το 17ο αιώνα και μετά, το σύστημα ισχύος ολοένα και περισσότερο ενοποιείται, αποκτά συνείδηση και γίνεται παγκόσμιο σε κλίμακα. Το παρόν σύστημα του διεθνικού κρατικού καπιταλισμού, το οποίο δεν έχει αντίπαλο μετά την κατάρρευση του σοβιετικού γραφειοκρατικού ταξικού συστήματος, είναι άμεση συνέπεια της αρπαγής της εξουσίας που συντελέστηκε «400 χρόνια πριν». Για τον Orwell ίσχυε το αντίστροφο. To παρελθόν είναι μία «μπότα που διαλύει ένα ανθρώπινο πρόσωπο». Αν το μέλλον θα είναι λίγο πολύ το ίδιο εξαρτάται από το τι θα κάνουμε τώρα.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Η ιδεολογική ηγεμονία είναι η διαδικασία μέσω της οποίας τα θύματα της ανθρώπινης εκμετάλλευσης καταλήγουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσω ενός νοητικού πλαισίου το οποίο τους έχει δοθεί από τους εκμεταλλευτές τους. Το πλαίσιο αυτό κατ’ αρχάς καλύπτει την πάλη των τάξεων και την εκμετάλλευση πίσω από ένα προπέτασμα καπνού «εθνικής ενότητας» ή «γενικής πρόνοιας». Αυτοί που τονίζουν το ρόλο του κράτους ως εγγυητή ταξικών προνομίων καταδικάζονται, με θεατρικούς τόνους ηθικής κατακραυγής, για «ταξικό πόλεμο». Αν κάποιος είναι τόσο αμετανόητα «εξτρεμιστής» ώστε να περιγράφει την τεράστια κρατική παρέμβαση και τις επιδοτήσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται ο εταιρικός καπιταλισμός, θα κατηγορηθεί μετά βεβαιότητας για «πολεμική μαρξιστική ταξική ρητορική» (Bob Novak), ή για «ρητορική ληστοβαρόνου» (Υπουργός Οικονομικών O’Neill).

Το ιδεολογικό πλαίσιο της «εθνικής ενότητας» φτάνει στο σημείο «αυτή η χώρα», «η κοινωνία», ή «το σύστημα διακυβέρνησής μας» να κατασκευάζονται ως αντικείμενα ευγνωμοσύνης για τις «ελευθερίες που απολαμβάνουμε». Η πιο αντιπατριωτική παρατήρηση είναι ότι οι ελευθερίες μας, αντί να μας παραχωρηθούν από μία γενναιόδωρη και αγαθή κυβέρνηση, κερδήθηκαν στο παρελθόν μέσα από αντίσταση στο κράτος. Οι χάρτες και οι νόμοι περί δικαιωμάτων δεν παραχωρήθηκαν από το κράτος, αλλά επιβλήθηκαν στο κράτος εκ των κάτω.

Αν οι ελευθερίες μας μας ανήκουν δικαιωματικά, εκ γενετής, ως φυσικό ηθικό γεγονός, τότε δεν οφείλουμε καμία ευγνωμοσύνη στο κράτος για τη μη καταπάτησή τους, όπως αντίστοιχα δεν οφείλουμε καμία ευγνωμοσύνη σε κάποιο άλλο άτομο επειδή δε μας λήστεψε η δε μας σκότωσε. Η απλή λογική υπονοεί ότι, αντί να είμαστε ευγνώμονες «στην πιο ελεύθερη χώρα στη γη», θα πρέπει να αντιδρούμε όσο πιο έντονα γίνεται κάθε φορά που αυτή παραβιάζει την ελευθερία μας. Όπως και να ’χει, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίον κερδίσαμε την ελευθερία μας για πρώτη φορά. Όταν κάποιο άλλο άτομο βάζει το χέρι του στην τσέπη μας για να πλουτίσει σε βάρος μας, το φυσικό μας ένστικτο είναι να αντισταθούμε. Αλλά λόγω του πατριωτισμού, η άρχουσα τάξη έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώσει το χέρι της που βρίσκεται μέσα στην τσέπη μας σε «κοινωνία» ή στη «χώρα μας».

Η θρησκεία της εθνικής ενότητας είναι υπερβολικά παθολογική σε ό,τι αφορά την «άμυνα» και την εξωτερική πολιτική. Η κατασκευή διεθνών κρίσεων και πολεμικής υστερίας έχει χρησιμοποιηθεί από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας για να καταστείλει απειλές κατά του ταξικού συστήματος διακυβέρνησης. Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί μπορεί να δουλεύουν για εγχώρια «ειδικά συμφέροντα», αλλά όταν οι ίδιοι πολιτικοί μηχανεύονται πολέμους είναι ζήτημα αφοσίωσης στην «πατρίδα μας».

Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, μιλώντας για «αμυντική» στάση, θα αναφερθεί με σοβαρότητα σε «εθνικές απειλές ασφαλείας» που αντιμετωπίζουν οι Η.Π.Α. και θα περιγράψει το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων κάποιου επίσημου εχθρού όπως η Κίνα ως πολύ πέραν των «νομιμοποιημένων αμυντικών αναγκών». Ο πιο γρήγορος τρόπος για να καταστεί κανείς κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτος είναι να τονίσει ότι όλες αυτές οι «απειλές» αφορούν αυτό που κάνει μία χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου, στο εσωτερικό της, χιλιάδες μίλια μακριά από τα ίδια της τα σύνορα. Ένα άλλο αδίκημα κατά της λατρείας της πατρίδας είναι το να κατακρίνει κανείς τις παγκόσμιες επιχειρήσεις των Η.Π.Α., που ως στόχο τους έχουν να διατηρήσουν τον Τρίτο Κόσμο ασφαλή για εταιρείες όπως οι ΙΙΤ και η United Fruit Company, χρησιμοποιώντας τα ίδια μέτρα και σταθμά «νομιμοποιημένων αμυντικών προϋποθέσεων» που εφαρμόζονται στην Κίνα.

Σύμφωνα με την επίσημη ιδεολογία, οι πόλεμοι της Αμερικής, εξ ορισμού, γίνονται «για τις ελευθερίες μας», για «να προστατεύσουμε τη χώρα μας» ή, στον υποκριτικό και ύπουλο κόσμο της Μαντλίν Ολμπράιτ, για την ανιδιοτελή επιθυμία διάδοσης της «ειρήνης και της ελευθερίας» στον κόσμο. Δε συγχωρείται το να ισχυριστεί κανείς ότι οι πραγματικοί υποστηρικτές των ελευθεριών μας πήραν τα όπλα και στράφηκαν κατά της κυβέρνησης ή ότι το κράτος της εθνικής ασφάλειας είναι μεγαλύτερη απειλή για τις ελευθερίες μας από οποιονδήποτε ξένο εχθρό που έχουμε ποτέ αντιμετωπίσει. Πάνω απ’ όλα, οι καλοί Αμερικανοί δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία όλων αυτών των στρατιωτικών συμβούλων που διδάσκουν στα τάγματα θανάτου πώς να κόψουν το πρόσωπο ενός συνδικαλιστή αφήνοντάς τον στο χαντάκι ή πώς να χρησιμοποιήσουν πένσες στα γεννητικά όργανα ενός διαφωνούντος. Τα εγκλήματα πολέμου διαπράττονται μόνο από τους ηττημένους. (Αλλά όπως έμαθαν οι Ναζί το 1945, οι άνεργοι εγκληματίες πολέμου μπορούν συνήθως να βρουν δουλειά και να εργαστούν για τη νέα ηγεμονική δύναμη.)

Μετά από ενάμιση αιώνα πατριωτικής πλύσης εγκεφάλου από το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι Αμερικανοί έχουν αποδεχτεί απολύτως μια εκδοχή της αμερικανικής ιστορίας του τύπου «μικρό κόκκινο σχολικό κτήριο». Αυτή η πίστη, που έχει γίνει δεκτή με απολυταρχική ευλάβεια, είναι διαμετρικά αντίθετη με τις πεποιθήσεις όσων συμμετείχαν ένοπλα στην Επανάσταση, και καταδεικνύει ότι οι πολίτες έχουν ξεχάσει το σημαίνει να είσαι Αμερικανός. Στην πραγματικότητα, οι αυθεντικές αρχές του Αμερικανισμού έχουν αντιστραφεί πλήρως. Πριν από διακόσια χρόνια, τα ενεργά στρατεύματα ήταν αντικείμενο φόβου, καθώς θεωρούνταν απειλή για την ελευθερία και χώρος ανάπτυξης αυταρχικών προσωπικοτήτων, η στράτευση θεωρούνταν στοιχείο της τυραννίας του Cromwell και η μισθωτή εργασία δεν θεωρούνταν σύμφωνη με το ανεξάρτητο πνεύμα των ελεύθερων πολιτών. Σήμερα, διακόσια χρόνια μετά, και μετά από εξήντα χρόνια ύπαρξης ενός κράτους-φρουρού και «πολέμων» εναντίον διαφόρων εσωτερικών εχθρών, οι Αμερικανοί έχουν Πρωσσοποιηθεί τόσο πολύ, ώστε να υποκλίνονται κάθε φορά που αντικρίζουν στρατιωτική στολή. Οι αρνητές στράτευσης εξισώνονται με τους παιδεραστές. Οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν για κάποια συγκεντρωτική εταιρική ή κρατική γραφειοκρατία, όπου στην πραγματικότητα είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν στις εντολές των ανωτέρων τους, να εργάζονται υπό διαρκή παρακολούθηση, μέχρι και να ουρούν σε ένα πλαστικό κύπελλο όταν τους το υποδεικνύουν.

Κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων, η κριτική ή η αμφισβήτηση της κυβέρνησης καθίσταται αντιπατριωτική, και οι δημοκρατικές διαφορές γνώμης χαρακτηρίζονται ως αθέμιτες. Η απόλυτη πίστη και υπακοή στις αρχές είναι μια λυδία λίθος για τον «Αμερικανισμό». Οι πόλεμοι στο εξωτερικό είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη χειραγώγηση του κοινού νου και για τον έλεγχο του εγχώριου πληθυσμού. Ο πόλεμος είναι ο ευκολότερος τρόπος για να μεταφερθούν στο Κράτος νέες τεράστιες εξουσίες χωρίς καμία λογοδοσία. Οι άνθρωποι γίνονται υπάκουοι, εγκαταλείποντας την κριτική σκέψη τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να επαγρυπνούν στο μέγιστο.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι, σε μία χώρα η οποία ιδρύθηκε στη βάση μιας επανάστασης, ο «Αμερικανισμός» ορίζεται ως ο σεβασμός στις αρχές και η αντίσταση κατά του «στασιασμού». Η Επανάσταση ήταν όντως μία επανάσταση, κατά την οποία οι εγχώριοι πολιτικοί θεσμοί των αποικιών ανατράπηκαν με τη βία. Ήταν, πολλές φορές και σε πολλά μέρη, ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ τάξεων. Αλλά όπως έγραψε ο Voltairine de Cleyre πριν από έναν αιώνα στο «Αναρχισμός και Αμερικανικές Παραδόσεις», κατά την εκδοχή των βιβλίων της ιστορίας η επανάσταση ήταν μια πατριωτική σύγκρουση μεταξύ των «Πατέρων Ιδρυτών» και ενός ξένου εχθρού. Αυτοί που ακόμη μπορούν να παραθέσουν τα λεγόμενα του Τζέφερσον σχετικά με το δικαίωμα στην επανάσταση απορρίπτονται και παραμερίζονται ως «εξτρεμιστές», αποτελώντας στόχο συλλήψεων όταν ξεσπάσει η επόμενη πολεμική υστερία ή ο συλλογικός φόβος προς τους κομμουνιστές.

Αυτό το ιδεολογικό κατασκεύασμα ενός συμπαγούς «εθνικού συμφέροντος» περιλαμβάνει τo μύθο μιας «ουδέτερης» σειράς νόμων οι οποίοι συγκαλύπτουν την αληθινή φύση του συστήματος εξουσίας και εκμετάλλευσης που βιώνουμε. Στο καθεστώς εταιρικού καπιταλισμού οι σχέσεις εκμετάλλευσης διαμεσολαβούνται από το πολιτικό σύστημα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στα προηγούμενα ταξικά συστήματα. Υπό καθεστώς δουλοκτησίας και φεουδαρχισμού η εκμετάλλευση ήταν σαφής και προσωποποιούνταν στη σχέση του παραγωγού με τον αφέντη του. Ο δούλος και ο χωρικός γνώριζαν ξεκάθαρα αυτούς που τους εκμεταλλευόταν. Αντιθέτως, ο σύγχρονος εργάτης νιώθει πόνο από χτυπήματα τα οποία δεν γνωρίζει ακριβώς από πού προέρχονται.

Εκτός από μέσο συγκάλυψης των συμφερόντων της άρχουσας τάξης πίσω από μία βιτρίνα «γενικής πρόνοιας», η ιδεολογική ηγεμονία λειτουργεί και ως μέσο δημιουργίας διαιρέσεων μεταξύ των κυβερνωμένων. Μέσω εκστρατειών εναντίον της «απάτης του συστήματος πρόνοιας» και των «χασομέρηδων» και μέσω απαιτήσεων για «σκλήρυνση της στάσης απέναντι στο έγκλημα» η άρχουσα τάξη κατορθώνει να κατευθύνει την επιθετικότητα της μεσαίας και εργατικής τάξης κατά των χαμηλότερων τάξεων.

Ιδιαίτερα εμετικό είναι το φαινόμενο του «λαϊκισμού των δισεκατομμυριούχων». Αιτήματα για «μεταρρυθμίσεις» σε ό,τι αφορά το σύστημα πρόνοιας και πτωχεύσεων και για πόλεμο κατά του εγκλήματος ενδύονται ψευδολαϊκιστική ρητορική, η οποία παρουσιάζει τις χαμηλότερες τάξεις ως παράσιτα που απομυζούν τον κόπο των παραγωγών. Στο συμβολικό τους σύμπαν υπάρχει μια υποτιθέμενη ντροπή που σε οδηγεί να σκεφτείς ότι η Αμερική ήταν όπως ο κόσμος του Readers Digest και του Norman Rockwell, που από τη μια μεριά δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από σκληρά εργαζόμενους μικροεπιχειρηματίες και αγρότες με μικρά οικογενειακά κτήματα, και από την άλλη μεριά υπήρχαν μόνο άτομα που εκμεταλλεύονταν το σύστημα πρόνοιας, χασομέρηδες, συνδικαλιστές και γραφειοκράτες. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν αυτά που ακούει από αυτούς, δε θα υποπτευθεί ποτέ ότι οι πολυδισεκατομμυριούχοι ή οι παγκόσμιες εταιρείες όντως υπάρχουν, ή ότι μπορεί και να ωφελούνται από τέτοιου τύπου «λαϊκισμό».

Στον πραγματικό κόσμο, οι εταιρείες είναι οι μεγαλύτεροι πελάτες του συστήματος πρόνοιας, οι μεγαλύτερες χρεοκοπίες αφορούν μεγάλες εταιρείες, και τα χειρότερα εγκλήματα διαπράττονται από άτομα που φορούν κοστούμια και όχι από άτομα στους δρόμους. Η πραγματική ληστεία του μέσου παραγωγού περιλαμβάνει κέρδη και τοκογλυφία, τα οποία αποσπώνται εκβιαστικά με τη συνδρομή του κράτους — της πραγματικά «μεγάλης κυβέρνησης» που δρα πίσω από την πλάτη μας. Αλλά όσο η εργατική τάξη και οι κατώτερες τάξεις εστιάζουν στο να αντιμάχονται η μία την άλλη, δεν θα αντιληφθούν ποτέ ποιος πραγματικά τους ληστεύει.

«Το πιο ισχυρό όπλο του καταπιεστή είναι το μυαλό του καταπιεζόμενου».

TΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Σε κάθε σύστημα ταξικής εκμετάλλευσης, μια άρχουσα τάξη ελέγχει την πρόσβαση στα μέσα παραγωγής προκειμένου να αποσπά ποσοστά από τον κόπο της εργατικής τάξης. Στον καπιταλισμό η πρόσβαση στο κεφάλαιο περιορίζεται από το μονοπώλιο του χρήματος, μέσω του οποίου δίνεται στο κράτος ή στο τραπεζικό σύστημα ένα μονοπώλιο επί του μέσου ανταλλαγής, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύονται εναλλακτικά ανταλλακτικά μέσα. Το μονοπώλιο του χρήματος περιλαμβάνει επίσης εμπόδια στην είσοδο συνεταιριστικών τραπεζών και απαγορεύσεις ιδιωτικής έκδοσης τραπεζογραμματίων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά κεφάλαια είναι περιορισμένη και τα επιτόκια διατηρούνται υψηλά με τεχνητό τρόπο.

Παρεμπιπτόντως, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη μνημειώδη υποκρισία των ρυθμίσεων για τις πιστωτικές ενώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση από τα μέλη τους να μοιράζονται κάποιον κοινό δεσμό, όπως το να εργάζονται για τον ίδιο εργοδότη. Φανταστείτε την κοινωνική κατακραυγή που θα ξεσπούσε αν η IGA και η Safeway οργάνωναν μια εκστρατεία υπέρ της θεσμοθέτησης εθνικού νόμου που θα απαγορεύει συνεταιρισμούς καταναλωτών ειδών μαναβικής εκτός αν τα μέλη τους εργάζονταν στην ίδια εταιρεία! Ένας από τους πιο σημαντικούς υποστηρικτές αυτών των νόμων είναι ο Phil Gramm, ξακουστός «υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς», καθηγητής οικονομικών και το σημαντικότερο, μία από τις ιερόδουλες του τραπεζικού κλάδου στο Κογκρέσο.

Αναρχικοί του ατομισμού και της αμοιβαιότητας (individualist and mutualist anarchists) όπως ο William Greene [«Mutual Banking / Αλληλασφαλιστικά Ταμεία»], ο Benjamin Tucker [«Instead of a Book / Αντί Βιβλίου»], και ο J. B. Robertson [«The Economics of Liberty / Τα Οικονομικά της Ελευθερίας»] θεωρούσαν το μονοπώλιο του χρήματος ως κεντρικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος προνομίων. Σε μια πραγματικά ελεύθερη τραπεζική αγορά, μια οποιαδήποτε ομάδα ατόμων θα μπορούσε να συστήσει ένα ταμείο αλληλασφάλισης και να εκδίδει χρηματοοικονομικές πιστώσεις με τη μορφή τραπεζογραμματίων έναντι οποιουδήποτε ενέχυρου της επιλογής τους και με τον όρο συμμετοχής στο ταμείο αυτόν της αποδοχής αυτών των γραμματίων ως νόμιμο νόμισμα. Ο Greene υπέθεσε ότι ένα ταμείο αλληλασφάλισης θα μπορούσε να αποδέχεται ως ενέχυρο όχι μόνο αξιοποιήσιμη αγοραία περιουσία αλλά και να «δεσμεύεται … ως προς μελλοντική παραγωγή» [σ. 73]. Αυτό, μέσω του ανταγωνισμού, θα είχε ως αποτέλεσμα μία μείωση των επιτοκίων και των διοικητικών εξόδων μικρότερη του 1%.

Η ύπαρξη άφθονων φτηνών πιστώσεων θα μείωνε δραστικά την ισορροπία ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, και τα κέρδη από την εργασία θα αντικαθιστούσαν τα κέρδη επί του κεφαλαίου ως κυρίαρχη μορφή οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τον Robinson,

«Ολόκληρο το σύστημα του τοκισμού του κεφαλαίου, το οποίο διατρέχει όλη τη σύγχρονη επιχειρηματική δραστηριότητα, στηρίζεται πάνω στο μονοπωλιακά καθοριζόμενο επιτόκιο επί του κεφαλαίου … το οποίο μας επιβάλλεται εκ του νόμου. Σε ένα ελεύθερο τραπεζικό σύστημα οι τόκοι επί των ομολόγων όλων των τύπων και τα μετοχικά μερίσματα θα μειώνονταν τόσο, ώστε να συνεπάγονται μια ελάχιστη χρέωση τόκου από μέρους της τράπεζας.

Όλο αυτό το κομμάτι του προϊόντος το οποίο τώρα ξοδεύεται σε τόκους θα ανήκε στον παραγωγό. Το κεφάλαιο, όπως και να οριστεί, πρακτικά θα σταματούσε να υπάρχει ως πηγή παραγωγής εισοδήματος, για τον απλό λόγο ότι αν το χρήμα με το οποίο αγοράζεται κεφάλαιο μπορούσε να αποκτηθεί με το μισό τοις εκατό, το ίδιο το κεφάλαιο δε θα μπορούσε να αξιώσει υψηλότερη τιμή» [σ. 80-81].

Και το αποτέλεσμα θα ήταν μια σημαντικά βελτιωμένη διαπραγματευτική θέση ενοικιαστών και εργατών έναντι των κατόχων γης και κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον Gary Elkin, ο αναρχισμός της ελεύθερης αγοράς του Tucker είχε κάποιες εγγενείς ελευθεριακές και σοσιαλιστικές συνέπειες:

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, λόγω της πρότασης του Tucker για την αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων μέσω της πρόσβασης σε αμοιβαίες πιστώσεις, ο επονομαζόμενος αναρχισμός της Αμοιβαιότητας δεν είναι απλώς συμβατός, αλλά και προωθεί τον έλεγχο των επιχειρήσεων από μέρους των εργαζομένων. Αν η πρόσβαση σε αμοιβαίες πιστώσεις αύξανε την διαπραγματευτική ισχύ των εργατών στο βαθμό που ισχυριζόταν ο Τucker ότι αυτό θα συνέβαινε, τότε αυτοί θα αποκτούσαν τη δυνατότητα 1ον) να απαιτούν και να κατακτούν τη δημοκρατία στο χώρο εργασίας τους και 2ον) να συγκεντρώνουν συλλογικές πιστώσεις και να γίνονται συλλογικοί ιδιοκτήτες εταιρειών.

Το τραπεζικό μονοπώλιο δεν ήταν μόνο «ο συνδετικός κρίκος του καπιταλισμού», αλλά ήταν επίσης και ο σπόρος από τον οποίο φύτρωσε το μονοπώλιο των ιδιοκτητών. Χωρίς το μονοπώλιο χρήματος, η τιμή της γης θα ήταν πολύ χαμηλότερη και θα προωθούσε τη «διαδικασία μείωσης των ενοικίων προς το μηδέν». [Gary Elkin, «Benjamin Tucker – Anarchist or Capitalist? / Μπέντζαμιν Τάκερ – Αναρχικός ή Καπιταλιστής;»].

Δεδομένης της βελτιωμένης διαπραγματευτικής θέσης των εργατών, «η δυνατότητα των καπιταλιστών να αποσπούν υπεραξία από την εργασία των υπαλλήλων θα εξαλειφόταν ή τουλάχιστον θα μειωνόταν σημαντικά» [Gary Elkin, «Mutual Banking / Ταμεία Αλληλασφάλισης»]. Όσο οι αποζημιώσεις πλησίαζαν την προστιθέμενη αξία της εργασίας, τα κέρδη επί του κεφαλαίου θα μειώνονταν λόγω ανταγωνισμού στην αγορά, η αξία των εταιρικών μετοχών θα έπεφτε ραγδαία, και οι εργαζόμενοι θα γίνονταν de facto συνιδιοκτήτες του χώρου εργασίας τους, ακόμη και αν η επιχείρηση παρέμενε τυπικά στην κατοχή των μετόχων της.

Σχεδόν μηδενικά επιτόκια θα αύξαναν την ανεξαρτησία των εργαζομένων με πολλούς και ενδιαφέροντες τρόπους. Κατ’ αρχάς, οποιοσδήποτε κατείχε ένα εικοσαετές δάνειο σπιτιού με επιτόκιο 8% τώρα θα μπορούσε, χωρίς τοκογλυφία, να το αποπληρώσει μέσα σε δέκα χρόνια. Οι περισσότεροι θα αποπλήρωναν τα σπίτια τους στα τριάντα τους. Αυτό και η απουσία χρέους πιστωτικών καρτών με υψηλά επιτόκια, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες άγχους σε ό,τι αφορά την αποφυγή της απόλυσης με κάθε κόστος, θα εξαφανίζονταν. Επιπροσθέτως, πολλοί εργαζόμενοι θα είχαν μεγάλες αποταμιεύσεις («χρήματα για δύσκολες ώρες»). Ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων θα συνταξιοδοτούνταν στα σαράντα ή στα πενήντα τους, θα επέλεγαν μερική απασχόληση ή θα ξεκινούσαν δικές τους επιχειρήσεις. Με τις δουλειές να ανταγωνίζονται για την προσέλκυση εργαζομένων, οι επιπτώσεις στη διαπραγματευτική ισχύ των τελευταίων θα ήταν επαναστατικές.

Ο υποθετικός κόσμος δωρεάν πιστώσεων μοιάζει σε πολλά με την κατάσταση στις αποικιακές κοινωνίες. Ο E.G. Wakefield, στο «Όψεις της Τέχνης της Αποικιοκρατίας / View of the Art of Colonization», έγραφε για την απαράδεκτα αδύναμη θέση της τάξης των εργοδοτών όταν η αυτοαπασχόληση με τη χρήση ατομικών πόρων ήταν πολύ διαδεδομένη. Στις αποικίες υπήρχε μία στενή αγορά εργασίας και έλλειψη εργατικής πειθαρχίας λόγω τις αφθονίας φτηνής γης. «Ο βαθμός εκμετάλλευσης δεν είναι μόνο εξαιρετικά χαμηλός. Ο ημερομίσθιος εργαζόμενος χάνει στη διαπραγμάτευση όχι μόνο τη σχέση εξάρτησης, αλλά και την αίσθηση εξάρτησης από τον εγκρατή καπιταλιστή».

Εκεί όπου η γη είναι φτηνή και οι άνθρωποι ίσοι, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να αποκτήσει ένα κομμάτι γης, το κόστος της εργασίας είναι ακριβό σε σχέση με το μερίδιο του εργαζομένου στο προϊόν, αλλά είναι επίσης δύσκολη η εξεύρεση εργασίας σε οποιαδήποτε τιμή.

Αυτό το περιβάλλον αποτρέπει τη συγκέντρωση πλούτου, όπως παρατήρησε ο Wakefield: «Λίγοι, ακόμη και μεταξύ όσων μακροημερεύουν ασυνήθιστα πολύ, μπορούν να συγκεντρώσουν μεγάλο πλούτο». Ως αποτέλεσμα, οι αποικιοκρατικές ελίτ ζήτησαν από τις μητροπόλεις να εισαγάγουν εργατικά χέρια και να επιβάλουν περιορισμούς στην εγκατάσταση σε ελεύθερη γη. Σύμφωνα με τον Herman Merivale, μαθητή του Wakefield, υπήρχε μία «επείγουσα ανάγκη για φτηνότερους και πιο δουλικούς εργαζόμενους — για μία τάξη στην οποία οι καπιταλιστές θα μπορούσαν να υπαγορεύσουν τους όρους τους, και όχι το αντίστροφο» [Maurice Dobb, «Studies in the Development of Capitalism / Μελέτες για την Ανάπτυξη του Καπιταλισμού» · Μαρξ, Chapter 33: «The New Theory of Colonialism,» in Capital Vol. 1 / Κεφάλαιο 33: «H Νέα Θεωρία της Αποικιοκρατίας», «Κεφάλαιο», τόμος 1].

Επιπλέον, τα κεντρικά τραπεζικά συστήματα προσφέρουν επιπρόσθετες υπηρεσίες στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Κατ’ αρχήν, η βασική επιταγή των χρηματοοικονομικών κεφαλαιοκρατών είναι η αποφυγή του πληθωρισμού, ώστε να εξασφαλίζονται κέρδη επί των επενδύσεων. Αυτός είναι φαινομενικά ο πρωταρχικός σκοπός της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και άλλων κεντρικών τραπεζών. Αλλά εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών στην προώθηση αυτού που θεωρούν ως «φυσικό» επίπεδο ανεργίας — μέχρι τη δεκαετία του 1990 αυτό ήταν έξι τοις εκατό. Ο λόγος είναι ότι όταν η ανεργία πέφτει πολύ κάτω από αυτό το νούμερο, η εργατική τάξη γίνεται ολοένα και πιο αλαζονική και πιέζει για καλύτερες αμοιβές, συνθήκες εργασίας και περισσότερη αυτονομία. Οι εργαζόμενοι είναι πολύ λιγότερο διατεθειμένοι να υποστούν πιέσεις από τον εργοδότη όταν γνωρίζουν ότι την επόμενη μέρα μπορούν να βρουν μία δουλειά εξίσου καλή με αυτήν που έχουν. Από την άλλη μεριά, τίποτε δεν είναι τόσο αποτελεσματικό για «να αρχίσεις να σκέφτεσαι ορθότερα» από τη γνώση ότι υπάρχουν ουρές ανθρώπων που περιμένουν να αρπάξουν τη δουλειά σου.

Η «ευημερία» της εποχής Κλίντον μοιάζει να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Όσο υπήρχε η απειλή πτώσης της ανεργίας κάτω από το τέσσερα τοις εκατό, κάποια μέλη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας επιχειρηματολογούσαν υπέρ της αύξησης των επιτοκίων προκειμένου να αντιμετωπιστεί η «πληθωριστική» πίεση, πετώντας έτσι στο δρόμο μερικά εκατομμύρια εργαζομένους. Αλλά όταν ο Greenspan [κατάθεση Διευθύνοντος Συμβούλου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Alan Greenspan] κατέθεσε στην Επιτροπή Τραπεζών της Γερουσίας, η κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεδομένου του βαθμού της ανασφάλειας που υπήρχε στην αγορά εργασίας του τομέα υψηλής τεχνολογίας, επικρατούσε η «συνηθισμένη αυτοσυγκράτηση αναφορικά με την αύξηση των μισθών». Το 1996, παρότι η ανεργία ήταν πολύ χαμηλή, το 46% των εργαζομένων στις μεγάλες επιχειρήσεις φοβόταν τις απολύσεις — το 1991, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόνο 25%, όταν μάλιστα η ανεργία ήταν πολύ υψηλότερη.

Η διστακτικότητα των εργαζομένων να αφήσουν τις δουλειές τους για να αναζητήσουν απασχόληση αλλού, αν και η πληθώρα νέων πόστων τους το επέτρεπε, αποτελεί μία επιπλέον απόδειξη τέτοιου τύπου ανησυχιών, όπως άλλωστε και η τάση για μεγαλύτερης διάρκειας συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Για πολλές δεκαετίες, η διάρκεια των συμβάσεων σπάνια ξεπερνούσε τα τρία χρόνια. Σήμερα, βλέπουμε πολλές συμβάσεις διάρκειας πέντε και έξι ετών – συμβάσεις οι οποίες δίνουν συνήθως έμφαση στην εργασιακή ασφάλεια και προσφέρουν μικρές μισθολογικές αυξήσεις. Το χαμηλό επίπεδο στάσεων εργασίας τα πρόσφατα χρόνια είναι μία ακόμη ένδειξη της ανησυχίας του κόσμου σε ό,τι αφορά την εργασιακή του ασφάλεια.

Συνεπώς, η προτίμηση των εργαζόμενων τα πρόσφατα χρόνια για μικρότερες μισθολογικές αυξήσεις με αντάλλαγμα μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια φαίνεται να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Για τα αφεντικά, η οικονομία της υψηλής τεχνολογίας είναι το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα μετά την υψηλή ανεργία προκειμένου να διατηρούμε τη λογική μας. «Η μάχη κατά του πληθωρισμού» μεταφράζεται επιχειρησιακά στην αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια και στη δημιουργία εργαζομένων που πιθανότατα θα αποφύγουν να απεργήσουν ή να αναζητήσουν νέα εργασία.

ΠΑΤΕΝΤΕΣ

Το προνόμιο των πατεντών έχει χρησιμοποιηθεί μαζικά προκειμένου να προωθηθεί η συγκέντρωση κεφαλαίων, η έγερση εμποδίων για την είσοδο στις αγορές και η διατήρηση των μονοπωλίων ανεπτυγμένων τεχνολογιών στα χέρια δυτικών εταιρειών. Είναι δύσκολο ακόμη και το να φανταστεί κανείς πόσο περισσότερο αποκεντρωμένη θα ήταν η οικονομία χωρίς αυτό το προνόμιο πατεντών. Ο ελευθεριακός της Δεξιάς Murray Rothbard θεωρούσε τις πατέντες ως μία θεμελιώδη παραβίαση των αρχών της ελεύθερης αγοράς.

Αν κάποιος δεν έχει αγοράσει ένα μηχάνημα αλλά έχει καταφέρει να το εφεύρει από μόνος του, σε μια ελεύθερη αγορά θα μπορέσει να το χρησιμοποιήσει και να το πουλήσει. Οι πατέντες αποτρέπουν κάποιον από το να χρησιμοποιήσει τις εφευρέσεις του παρ’ όλο που αυτές του ανήκουν και δεν είναι κλεμμένες, ούτε έμμεσα ούτε άμεσα, από τον πρωταρχικό εφευρέτη της. Οι πατέντες γι’ αυτόν το λόγο αποτελούν παραχωρήσεις αποκλειστικών μονοπωλίων από το Κράτος και καταπάτηση περιουσιακών δικαιωμάτων στην αγορά. [«Man, Economy, and State / Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος», τόμος 2, σ. 655].

Οι πατέντες δημιουργούν αστρονομικές διαφορές στις τιμές. Για παράδειγμα, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Ιταλία δεν αναγνώριζε πατέντες στα φάρμακα. Ως αποτέλεσμα, η Roche Products χρέωνε το βρετανικό εθνικό σύστημα υγείας σαράντα φορές υψηλότερες τιμές για συστατικά στοιχεία του Librium και του Valium, που ήταν κατοχυρωμένα με διπλώματα ευρεσιτεχνιών, από τις τιμές που χρέωνε σε ανταγωνιστικές εταιρείες στην Ιταλία. [Raghavan, «Επαναποικιοποίηση / Recolonization», σ. 124].

Οι πατέντες εμποδίζουν όσο και ενθαρρύνουν τις καινοτομίες. Ο Chakravarthi Raghavan σημείωσε ότι ερευνητές επιστήμονες, οι οποίοι είναι και οι πραγματικοί εφευρέτες, υποχρεώνονται να παραχωρήσουν τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας ως όρο για να προσληφθούν, ενώ οι πατέντες και τα βιομηχανικά προγράμματα ασφαλείας αποτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών και εμποδίζουν την περαιτέρω βελτίωση εφευρέσεων οι οποίες έχουν πατενταριστεί. [όπ.π., σ. 118] Ο Rothbard είχε επίσης ισχυριστεί ότι οι πατέντες εξαλείφουν «το κίνητρο για τη συνέχιση της έρευνας», γιατί οι καινοτομίες που αναπτύσσονται σε μικρές και σταδιακές βελτιώσεις άλλων ευρεσιτεχνιών απαγορεύονται και γιατί ο κάτοχος ενός τίτλου ευρεσιτεχνίας «μπορεί να επαναπαύεται στις δάφνες του για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που ισχύει η πατέντα», «χωρίς να υπάρχει ο φόβος βελτίωσης της εφεύρεσης από κάποιον ανταγωνιστή». Οι πατέντες εμποδίζουν την τεχνική πρόοδο επειδή «οι μηχανικές εφευρέσεις είναι ανακαλύψεις φυσικών νόμων αντί για ατομικές δημιουργίες, και γι’ αυτόν το λόγο ανεξάρτητες αλλά παρόμοιες μεταξύ τους εφευρέσεις γίνονται συνέχεια. Το να γίνονται παρόμοιες εφευρέσεις ταυτόχρονα είναι ένα γνώριμο ιστορικό γεγονός». [όπ.π., σ. 655, 658-659].

Το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Γύρo της Ουρουγουάης της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου Γ.Σ.Δ.Ε. (GATT)— εμποδίζει την ανάπτυξη καινοτομιών ακόμη περισσότερο από τους παραδοσιακούς νόμους περί ευρεσιτεχνιών. Τουλάχιστον, ένα θετικό στοιχείο αυτών των νόμων ήταν ότι υποχρέωναν τη δημοσιοποίηση νέων εφευρέσεων. Παρ’ όλ’ αυτά, υπό την πίεση των Η.Π.Α., τα «μυστικά του επαγγέλματος» συμπεριλήφθηκαν στην Γ.Σ.Δ.Ε. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις οφείλουν να εμποδίζουν τη διαρροή πληροφοριών οι οποίες δεν προστατεύονται επίσημα από πατέντες [Raghavan, όπ.π., σ. 122].

Επίσης, οι πατέντες δεν είναι απαραιτήτως ένα κίνητρο για καινοτομίες. Σύμφωνα με τον Rothbard, μια καινοτομία επιβραβεύεται από το συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο προστίθεται σωρευτικά στη δουλειά του πρώτου εφευρέτη που ανέπτυξε μια ιδέα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του F.M. Scherer στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) το 1995 [Ακροάσεις περί Παγκόσμιου Βασισμένου στην Καινοτομία Ανταγωνισμού]. Ο Scherer αναφέρθηκε σε μια έρευνα σε 91 εταιρείες, στην οποία μόλις επτά «προσέδωσαν μεγάλη σημασία στην προστασία πατεντών ως παράγοντα για τις επενδύσεις τους στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης». Οι περισσότερες από τις εταιρείες αυτές χαρακτήρισαν τις άδειες ευρεσιτεχνίας ως «το λιγότερο σημαντικό από αυτά που τους απασχολούσαν». Οι περισσότερες εταιρείες θεωρούσαν ότι το κύριο κίνητρό τους στις αποφάσεις περί έρευνας και ανάπτυξης ήταν «η ανάγκη να παραμείνουν ανταγωνιστικές, η επιθυμία για αποτελεσματική παραγωγή και η επιθυμία να αυξήσουν και να διαφοροποιήσουν τις πωλήσεις τους». Σε μία άλλη μελέτη, ο Scherer δε διαπίστωσε αρνητική επίδραση στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη ως αποτέλεσμα της υποχρεωτικής αδειοδότησης των ευρεσιτεχνιών. Μία έρευνα σε αμερικάνικές εταιρείες βρήκε ότι το 86% των εφευρέσεων θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί χωρίς πατέντες. Στην περίπτωση των αυτοκινήτων, του εξοπλισμού γραφείου, των ελαστικών προϊόντων και των υφασμάτων το ποσοστό ήταν 100%.

Εξαίρεση αποτελούσαν τα φάρμακα, τα οποία υποτίθεται ότι σε ποσοστό 60% δε θα μπορούσαν να είχαν εφευρεθεί. Υποπτεύομαι όμως ότι εδώ οι ερωτηθέντες έδωσαν παραπλανητικές απαντήσεις. Οι φαρμακευτικές εταιρείες αντλούν ένα ασυνήθιστα μεγάλο κομμάτι της χρηματοδότησης για έρευνα και τεχνολογία από την κυβέρνηση και πολλά από τα πιο επικερδή προϊόντα αναπτύχθηκαν εξ ολοκλήρου με έξοδα της κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Scherer παρέθεσε στοιχεία που αποδείκνυαν το αντίθετο. Το πλεονέκτημα της καλής φήμης για την είσοδο σε μία αγορά πριν από οποιονδήποτε άλλον είναι σημαντικό. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 για παράδειγμα, η δομή της βιομηχανίας και η πολιτική τιμολόγησης είχε διαπιστωθεί ότι ήταν πολύ παρόμοια για όλα τα φάρμακα, είτε αυτά ήταν είτε δεν ήταν πατενταρισμένα. Η είσοδος σε μία αγορά μη πατενταρισμένων φαρμάκων, πριν από τους άλλους ανταγωνιστές, έδινε τη δυνατότητα σε μία εταιρεία να διατηρεί ένα 30% του μεριδίου της αγοράς και να χρεώνει προσαυξημένες τιμές.

Η αδικία των μονοπωλίων των ευρεσιτεχνιών επιτείνεται από κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις έρευνας και καινοτομίας με τις ιδιωτικές βιομηχανίες να καρπώνονται μονοπωλιακά κέρδη από τεχνολογίες για τις οποίες δεν είχαν ξοδέψει απολύτως τίποτε. Το 1999, οι φορολογικές διευκολύνσεις για την επέκταση της διεξαγωγής έρευνας και πειραμάτων, μαζί με την ανανέωση ενός μεγάλου αριθμού εταιρικών φορολογικών διευκολύνσεων, θεωρείτο ως η πιο επείγουσα δουλειά της ηγεσίας του Κογκρέσου. Ο Hastert, όταν ρωτήθηκε αν κάποιο από τα στοιχεία του νομοσχεδίου για τα φορολογικά ήταν απολύτως αναγκαίο, είπε: «νομίζω ότι οι ανανεώσεις [των φορολογικών διευκολύνσεων] είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να διευθετήσουμε». Ο επικεφαλής της Επιτροπής Μεθόδων και Μέσων Bill Archer προσέθεσε, «πριν το τέλος του έτους … θα περάσουμε τις ανανεώσεις σε ένα νομοσχέδιο πολύ περιεκτικό που δε θα περιλαμβάνει τίποτε άλλο». Μια πενταετής ανανέωση των πιστώσεων για έρευνα και πειραματισμό (με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιουλίου 1999) υπολογιζόταν ότι θα κοστίσει 13.1 δισ. δολάρια. (Αυτή η πίστωση ουσιαστικά καθιστούσε το ποσοστό της φορολόγησης επί της έρευνας και τεχνολογίας χαμηλότερο του μηδέν). [«Citizens for Tax Justice, GOP Leaders Distill Essence of Tax Plan / Πολίτες υπέρ Φορολογικής Δικαιοσύνης, Οι Ηγέτες των Ρεπουμπλικανών Εξηγούν Συνοπτικά την Ουσία του Φορολογικού Σχεδίου»].

Η Κυβερνητική Πράξη περί Πολιτικής Ευρεσιτεχνιών του 1980, μαζί με τις τροπολογίες του 1984 και 1986, επέτρεψε στην ιδιωτική βιομηχανία να διατηρήσει τις πατέντες σε προϊόντα τα οποία αναπτύσσονταν με κυβερνητική χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης — και μετά να χρεώνουν τιμές δέκα, είκοσι, ή σαράντα φορές επί του κόστους παραγωγής. Για παράδειγμα, το AZT αναπτύχθηκε με κυβερνητική χρηματοδότηση και σε ελεύθερη δημόσια χρήση από το 1964. Η άδεια ευρεσιτεχνίας εκχωρήθηκε στην Burroughs Wellcome Corp. [Chris Lewis, «Public Assets, Private Profits / Δημόσια Περιουσία, Ιδιωτικά Κέρδη»].

Και σαν το παιχνίδι να μην ήταν ήδη στημένο, το 1999 οι φαρμακευτικές εταιρείες πίεσαν το Κογκρέσο για να επεκτείνουν την ισχύ ορισμένων πατεντών για άλλα δύο χρόνια μέσω μιας ειδικής πράξης ιδιωτικού δικαίου [Benjamin Grove, «Ο Gibbons υποστηρίζει το νομοσχέδιο για το μονοπώλιο φαρμάκων / Gibbons backs drug-monopoly bill»].

Οι πατέντες έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα «προκειμένου να παρακάμψουν νόμους κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού» σύμφωνα με τον David Noble. «Αγοράστηκαν μαζικά προκειμένου να εμποδίσουν τον ανταγωνισμό», πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα «τον σημαντικό περιορισμό των ίδιων των εφευρέσεων». [«America by Design / H Αμερική εκ Κατασκευής», σ. 84-109]. Ο Edwin Prindle, ένας δικηγόρος με ειδίκευση στα εταιρικά διπλώματα ευρεσιτεχνιών, έγραψε το 1906:

Οι πατέντες είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μέσο ελέγχου του ανταγωνισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις παραχωρούν τον απόλυτο έλεγχο της αγοράς, επιτρέποντας στον ιδιοκτήτη τους να θέτει την τιμή που επιθυμεί, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν το κόστος της παραγωγής … Οι πατέντες είναι η μόνη νόμιμη μορφή του απόλυτου μονοπωλίου. [«America by Design», σ. 90].

Οι πατέντες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των βιομηχανιών ηλεκτρικών συσκευών, επικοινωνιών και χημικών προϊόντων. Η G.E. και η Westinghouse κατάφεραν να επεκταθούν και να κυριαρχήσουν στην αγορά ηλεκτρικών προϊόντων και μεταποίησης στις αρχές του αιώνα κυρίως μέσω του ελέγχου των ευρεσιτεχνιών. Το 1906 περιόρισαν τα δικαστικά έξοδα για τη διευθέτηση διαφορών σε ό,τι αφορά τις πατέντες συμφωνώντας να μοιραστούν και να εκμεταλλευτούν από κοινού τις πατέντες τους. Επιπλέον, η AT&T επεκτάθηκε «κυρίως μέσω στρατηγικών μονοπωλίου ευρεσιτεχνιών». Η αμερικανική χημική βιομηχανία είχε πολύ μικρή παρουσία μέχρι το 1917, όταν ο Γενικός Εισαγγελέας Mitchell Palmer κατάσχεσε Γερμανικές πατέντες και τις μοίρασε στις κύριες αμερικανικές εταιρείες χημικών. Η DuPont αδειοδοτήθηκε για 300 από αυτές τις 735 πατέντες. [America by Design, σ. 10, 16].

Οι πατέντες χρησιμοποιούνται επίσης σε παγκόσμια κλίμακα για τη δημιουργία μόνιμων μονοπωλίων παραγωγικών τεχνολογιών από μέρους των πολυεθνικών εταιρειών. Ίσως η πιο απολυταρχική διάταξη του γύρου της Ουρουγουάης αφορά την «πνευματική ιδιοκτησία». Η Γ.Σ.Δ.Ε. έχει επεκτείνει τόσο το εύρος όσο και τη διάρκεια των πατεντών πολύ πέρα απ’ ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί από τον αρχικό νόμο ευρεσιτεχνιών. Στην Αγγλία, οι πατέντες ίσχυαν αρχικά για δεκατέσσερα χρόνια αυτός ήταν ο χρόνος που απαιτείτο για την εκπαίδευση δύο διαδοχικών εξειδικευμένων εργατών (και κατ’ αναλογία, ο χρόνος που απαιτείτο για να ξεκινήσει η παραγωγή και να εισπραχθούν τα πρώτα κέρδη). Με αυτά τα στάνταρ, δεδομένων των μικρότερων χρόνων που απαιτούνται σήμερα καθώς και το μικρότερο κύκλο ζωής της τεχνολογίας, η περίοδος ενός μονοπωλίου θα έπρεπε να είναι μικρότερη. Αντ’ αυτού, οι Η.Π.Α. επιχειρούν να επεκτείνουν τη διάρκεια των μονοπωλίων ευρεσιτεχνιών στα πενήντα χρόνια [Raghavan, «Recolonization / Επαν-αποικιοποίηση», σ. 119-120].

Οι διατάξεις για τη βιοτεχνολογία είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος αύξησης των φραγμών στο εμπόριο, δια του εξαναγκασμού των καταναλωτών να επιδοτούν πολυεθνικές γεωργικές εταιρείες. Οι Η.Π.Α. επιζητούν να εφαρμόσουν πατέντες στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, ουσιαστικά υφαρπάζοντας τη δουλειά πολλών γενεών καλλιεργητών του Τρίτου Κόσμου, απομονώνοντας τα επωφελή γονίδια παραδοσιακών ποικιλιών και ενσωματώνοντάς τα σε νέα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα και ίσως επιβάλλοντας δικαιώματα ευρεσιτεχνιών σε βάρος της παραδοσιακής ποικιλίας που απετέλεσε την πηγή του γενετικού υλικού. Για παράδειγμα η Monsanto έχει επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει την παρουσία του δικού της DNA σε καλλιέργεια ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη πειρατείας — όταν είναι πολύ πιθανότερο ότι η δική τους ποικιλία διασταυρώθηκε και προκάλεσε επικονίαση και μόλυνση των καλλιεργειών των αγροτών, ενάντια στη θέλησή τους. Το πρακτορείο Pinkerton, παρεμπιπτόντως, παίζει ηγετικό ρόλο στη διερεύνηση αυτών των κατηγοριών — έτσι ακριβώς, οι ίδιοι οι απεργοσπάστες και αυτοί που κλοτσούν τους οργανωτές απεργιών ρίχνοντάς τους κάτω από τις σκάλες τον περασμένο αιώνα. Ακόμη και οι αυταρχικοί αγροίκοι χρειάζεται να διαφοροποιούν τις δραστηριότητές τους για να τα καταφέρουν στην παγκόσμια οικονομία.

Ο ανεπτυγμένος κόσμος έχει πιέσει ιδιαίτερα σκληρά προς την κατεύθυνση προστασίας βιομηχανιών η οποίες στηρίζονται ή παράγουν «γενικές τεχνολογίες», περιορίζοντας ταυτόχρονα την εξάπλωση τεχνολογιών «διπλής χρήσης». [Dieter Ernst, «Technology, Economic Security and Latecomer Industrialization / Τεχνολογία, Οικονομική Ασφάλεια και Καθυστερημένη Εκβιομηχάνιση» στο Raghavan, σ. 39-40].

Οι νόμοι ευρεσιτεχνίας παραδοσιακά προϋπέθεταν έναν κάτοχο που θα χρησιμοποιούσε την εφεύρεση σε κάποια χώρα προκειμένου να λάβει προστασία μέσω κατοχύρωσης μίας πατέντας. Οι νόμοι του Ηνωμένου Βασιλείου επέτρεπαν υποχρεωτική αδειοδότηση μετά από τρία χρόνια αν μια εφεύρεση δε χρησιμοποιείτο ή αν χρησιμοποιείτο πλήρως και η ζήτηση ικανοποιείτο «σε σημαντικό βαθμό» μέσω εισαγωγών ή αν η αγορά εξαγωγών δεν λάμβανε τις προμήθειες που χρειαζόταν, επειδή ο κάτοχος της άδειας αρνείτο να παραχωρήσει άδειες με λογικούς όρους. [Raghavan, σ. 120, 138].

Ωστόσο, το κεντρικό κίνητρο του καθεστώτος πνευματικής ιδιοκτησίας της Γ.Σ.Δ.Ε. ήταν να παγιώσει σε μόνιμη βάση το συλλογικό μονοπώλιο προηγμένων τεχνολογιών των πολυεθνικών εταιρειών και να αποτρέψει την εμφάνιση ανεξάρτητου ανταγωνισμού στον Τρίτο Κόσμο. Όπως γράφει ο Martin Khor Kok Peng, θα «απέτρεπε ουσιαστικά τη διάχυση της τεχνολογίας στον Τρίτο Κόσμο και θα ενίσχυε σε τεράστιο βαθμό τα μονοπωλιακά δικαιώματα των Πολυεθνικών Εταιρειών περιορίζοντας την οποιαδήποτε δυνατότητα τεχνολογικής ανάπτυξης του Τρίτου Κόσμου». Μόνο το ένα τοις εκατό των παγκόσμιων πατεντών ανήκουν στον Τρίτο Κόσμο. Από τις πατέντες που παραχωρήθηκαν τη δεκαετία του 1970 από χώρες του Τρίτου Κόσμου, το 84% ανήκαν σε ξένους. Αλλά λιγότερο του 5% των πατεντών που ανήκαν σε ξένους χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή. Όπως είδαμε παραπάνω, η κατοχή μιας πατέντας δεν υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για να χρησιμοποιείται, αλλά μπορεί να εξυπηρετεί την αποτροπή όλων των άλλων από τη χρήση της. [όπ.π., σ. 29-30]

Ο Raghavan συνόψισε με σαφήνεια την επίδραση που έχει αυτό στον Τρίτο Κόσμο:

«Δεδομένων των τεράστιων δαπανών για επενδύσεις και για έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και ο μικρός κύκλος ζωής ορισμένων από αυτά τα προϊόντα, τα κορυφαία Βιομηχανικά Έθνη προσπαθούν να αποτρέψουν την εμφάνιση του ανταγωνισμού ελέγχοντας … τις ροές της τεχνολογίας προς τους άλλους. Γίνεται προσπάθεια χρήσης του γύρου της Ουρουγουάης για τη δημιουργία μονοπωλίων εξαγωγών για τα προϊόντα των Βιομηχανικών Εθνών, μπλοκάροντας ή καθυστερώντας την άνοδο ανταγωνιστών, ιδιαιτέρως στις πρόσφατα εκβιομηχανιζόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ταυτόχρονα, οι τεχνολογίες των γηρασκόντων βιομηχανιών του Βορρά επιχειρείται να εξαχθούν στο Νότο υπό συνθήκες που εγγυώνται σταθερή πρόσοδο στους κατόχους τους». [όπ.π., σ. 96].

Οι προπαγανδιστές των επιχειρήσεων καταγγέλλουν με πάθος όσους είναι ενάντια στην παγκοσμιοποίηση ως εχθρούς τους Τρίτου Κόσμου οι οποίοι επιδιώκουν τη χρήση εμπορικών φραγμών προκειμένου να συντηρήσουν έναν άνετο δυτικό τρόπο ζωής εις βάρος των φτωχών εθνών. Τα παραπάνω μέτρα οι εμπορικοί δασμοί, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξη των τεχνολογιών του Τρίτου Κόσμου και κρατούν το Νότο σε μία κατάσταση έντονης εργασιακής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, αποδεικνύουν ότι η χρήση εμπορικών φραγμών για «ανθρωπιστικούς» λόγους είναι εσφαλμένη. Αν αφήσουμε στην άκρη μικρές και εσφαλμένες διαφορές ερμηνείας, αυτό που παρατηρούμε εδώ είναι το απόλυτο κακό εν δράσει μια «μπότα που πατάει πάνω στα ανθρώπινα πρόσωπα για πάντα», όπως θα έλεγε και ο Όργουελ. Αν οποιοσδήποτε από τους αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής πιστεύει ότι αυτή εξυπηρετεί το γενικότερο καλό της ανθρωπότητας, τότε το μόνο που αυτό αποδεικνύει είναι ότι η ιδεολογία μπορεί να επιδρά κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο καταπιεστής να πείθει τον εαυτό του για το δίκαιο των πράξεών του ώστε να μπορεί με αυτό τον τρόπο να κοιμάται τα βράδια.

ΥΠΟΔΟΜΕΣ

Η κάλυψη εξόδων για δίκτυα μεταφορών και επικοινωνιών μέσω γενικών εσόδων αντί φόρων και τελών χρήσης επιτρέπει στις μεγάλες επιχειρήσεις να «εξωτερικεύουν τα κόστη τους» μετακυλίοντάς τα στο Δημόσιο και συγκαλύπτοντας τα ακριβή λειτουργικά κόστη τους. Ο Τσόμσκι περιέγραψε αυτήν την κάλυψη των μεταφορικών εξόδων από μέρους του καπιταλιστικού κράτους με αρκετή ακρίβεια:

Είναι ευρέως γνωστό ότι το εμπόριο επιδοτείται σε πολύ μεγάλο βαθμό με τρόπους που διαστρεβλώνουν υπερβολικά την αγορά … Ο πιο εμφανής τρόπος είναι οι υψηλές επιδοτήσεις κάθε μέσου μεταφορών … Επειδή το εμπόριο εξ ορισμού απαιτεί μεταφορές, το κόστος μεταφορών είναι κομμάτι των υπολογισμών σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα του εμπορίου. Αλλά υπάρχουν τεράστιες επιδοτήσεις προκειμένου να μειωθεί το κόστος μεταφορών μέσω χειραγώγησης του ενεργειακού κόστους και πολλών άλλων τρόπων στρέβλωσης των λειτουργιών της αγοράς. [«Πόσο ελεύθερη είναι η Ελεύθερη Αγορά; / How Free is the Free Market?»].

Κάθε διαδοχικό κύμα συγκέντρωσης κεφαλαίου έχει συντελεστεί κατόπιν δημόσιας επιδότησης κάποιου τύπου υποδομών. Μετά το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, χτισμένο σε μεγάλο βαθμό σε δημόσια γη ή γη εκχωρημένη από την κυβέρνηση σε τιμές κάτω της πραγματικής της αξίας, ακολούθησε η μεγάλη και εστιασμένη ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας, βιομηχανίας πετροχημικών, καθώς και του χρηματοοικονομικού τομέα. Τα επόμενα μεγάλα έργα υποδομής ήταν το εθνικό οδικό δίκτυο, το οποίο ξεκίνησε με το σύστημα των εθνικών οδών της δεκαετίας του ’20 και ολοκληρώθηκε με το διαπολιτειακό οδικό σύστημα του Eisenhower, καθώς και το σύστημα αεροπλοΐας, το οποίο χτίστηκε αποκλειστικά με ομοσπονδιακά κεφάλαια. Το αποτέλεσμα ήταν η υπερανάπτυξη του τομέα λιανικών πωλήσεων, της γεωργίας και της επεξεργασίας τροφίμων.

Το τρίτο παρόμοιο έργο ήταν οι υποδομές για το παγκόσμιο διαδίκτυο το οποίο είχε αρχικά δημιουργηθεί από το Πεντάγωνο. Το διαδίκτυο επιτρέπει, για πρώτη φορά, τη διαχείριση των παγκόσμιων δράσεων μιας επιχείρησης, σε πραγματικό χρόνο, από μία και μόνο εταιρική έδρα, επιταχύνοντας τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα. Εδώ θα κάνουμε μία ακόμη παραπομπή στο έργο του Τσόμσκι: «Η επανάσταση στον τομέα των επικοινωνιών … είναι … ένα ακόμη συστατικό στοιχείο της διεθνούς οικονομίας το οποίο δεν αναπτύχθηκε μέσω ιδιωτικών κεφαλαίων, αλλά μέσω των πολιτών που χρηματοδότησαν την αυτοκαταστροφή τους μέσω δημοσίων κεφαλαίων…» [«Ταξικός Πόλεμος / Class Warfare», σ. 40].

Η συγκεντρωτική επιχειρηματική οικονομία εξαρτάται από ένα σύστημα τιμολόγησης των μεταφορικών εξόδων το οποίο διαστρεβλώνεται τεχνητά μέσω κυβερνητικών παρεμβάσεων. Προκειμένου να κατανοήσουμε πλήρως το βαθμό εξάρτησης της οικονομίας των επιχειρήσεων από τη μεταφορά του κόστους μεταφορών και επικοινωνιών στην κοινωνία, φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν τα καύσιμα των φορτηγών και των αεροπλάνων φορολογούνταν τόσο, ώστε να καλύπτεται το κόστος συντήρησης και κατασκευής νέων δρόμων και αεροδρομίων και της κατάργησης των δικαιωμάτων χρήσης ορυκτών καυσίμων. Το αποτέλεσμα θα ήταν μία μαζική αύξηση στο κόστος μεταφορών. Υπάρχει κανείς που να πιστεύει στα σοβαρά ότι η Wal-Mart θα συνέχιζε να πωλεί τα προϊόντα της σε χαμηλότερες τιμές από τους τοπικούς πωλητές λιανικής ή ότι θα μπορούσαν οι μεγάλες γεωργικές επιχειρήσεις να καταστρέψουν τις οικογενειακές φάρμες;

Έντιμοι διανοούμενοι της ελευθεριακής Δεξιάς δε διστάζουν να κάνουν την παραπάνω παραδοχή. Για παράδειγμά ο Tiber Machan έγραψε στο Ελεύθερος Άνθρωπος (The Freeman):

Κάποιοι θα πουν ότι η αυστηρή προστασία των δικαιωμάτων [έναντι απαλλοτριώσεων] θα οδηγούσε, στην καλύτερη περίπτωση, σε μικρά αεροδρόμια και σε πολλούς περιορισμούς στην κατασκευή τους. Φυσικά — αλλά ποιο είναι το πρόβλημα μ’ αυτό; Ίσως το χειρότερο σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη βιομηχανική εποχή είναι η εξουσία που έχουν οι κρατικές αρχές της στην παραχώρηση ειδικών προνομίων σε κάποιες επιχειρήσεις για την καταπάτηση των δικαιωμάτων τρίτων, η παραχώρηση άδειας για τα οποία θα κόστιζε πολύ ακριβά. Η ανάγκη απόκτησης μια τέτοιας άδειας σίγουρα θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο σε αυτό που πολλοί περιβαλλοντολόγοι θεωρούν ως αχαλίνωτη —για να μην πούμε απερίσκεπτη— εκβιομηχάνιση. Το σύστημα ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στο οποίο … όλα … τα είδη … ανθρώπινης δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνουν χώρα μέσα στην ιδιωτική σφαίρα του καθενός, εκτός από την περίπτωση που η συνεργασία των άλλων έχει κερδηθεί εθελοντικά είναι ο σημαντικότερος ρυθμιστής των ανθρώπινων φιλοδοξιών. Εν ολίγοις, οι άνθρωποι μπορούν να πετύχουν στόχους τους οποίους δε θα μπορούσαν να πετύχουν βασιζόμενοι αποκλειστικά στους δικούς τους πόρους απλώς και μόνο πείθοντας άλλους ανθρώπους να συνεργαστούν μαζί τους, μέσω επιχειρημάτων και δίκαιων συναλλαγών [«Περί Αεροδρομίων και Ατομικών Δικαιωμάτων / On Airports and Individual Rights»].

Η συμφόρηση και τα μποτιλιαρίσματα στο δίκτυο μεταφορών είναι μία αναπόφευκτη συνέπεια των επιδοτήσεων. Αυτοί που αναζητούν το λόγο για τον οποίον τα αεροπλάνα είναι στοιβαγμένα στο αεροδρόμιο O’Hare ή επικρίνουν το γεγονός ότι οι εθνικές οδοί και οι γέφυρες φθείρονται περισσότερο από τις προγραμματισμένες συντηρήσεις των έργων αυτών, χρειάζεται μόνο να διαβάσουν κάποιο κείμενο οικονομικών για αρχάριους. Οι τιμές της αγοράς σηματοδοτούν τη συσχέτιση προσφοράς και ζήτησης. Όταν οι επιδοτήσεις διαστρεβλώνουν αυτήν τη σηματοδότηση, οι καταναλωτές δεν μπορούν να αντιληφθούν το πραγματικό κόστος παραγωγής των προϊόντων που καταναλώνουν. Ο «κύκλος ανατροφοδότησης» διασπάται και οι απαιτήσεις επί του συστήματος το φορτώνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτό να μην μπορεί πλέον να ανταποκριθεί. Όταν ο κόσμος δεν αναγκάζεται να πληρώσει το πραγματικό κόστος των προϊόντων που καταναλώνει, δεν είναι πολύ προσεκτικός και δεν αγοράζει απαραιτήτως μόνο προϊόντα που πραγματικά χρειάζεται.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτόν τον αιώνα κάθε μεγάλη προσφυγή για αθέμιτο ανταγωνισμό αφορούσε είτε σε κάποια βασική πηγή ενέργειας είτε σε κάποια μορφή υποδομής από την οποία εξαρτάται η γενικότερη οικονομία. Η Standard Oil, η AT&T και η Microsoft έχουν όλες εμπλακεί σε υποθέσεις όπου η μονοπωλιακή υπερτιμολόγηση συνιστούσε κίνδυνο για την οικονομία στο σύνολό της. Αυτό φέρνει στο νου μας την παρατήρηση του Ένγκελς ότι ο αναπτυγμένος καπιταλισμός θα φτάσει σε ένα στάδιο όπου το κράτος «ο επίσημος αντιπρόσωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας» θα πρέπει να μετατρέψει «τους κύριους θεσμούς και μέσα επικοινωνίας» σε κρατική περιουσία. Ο Ένγκελς δεν προέβλεψε τη χρήση προσφυγών κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ως μέσο για την επίτευξη του ίδιου στόχου [«Anti-Duhring»].

ΜΑΧΗΤΙΚΟΣ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ

Οι κύριοι τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων της κυβερνητικής, των επικοινωνιών και της πολεμικής βιομηχανίας, απολαμβάνουν κέρδη τα οποία ουσιαστικά είναι εγγυημένα από το κράτος. Ολόκληρος ο τομέας μαζικής παραγωγής επεκτάθηκε πέρα από κάθε όριο με την εισροή ομοσπονδιακών κεφαλαίων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1939 οι βιομηχανική βάση των Η.Π.Α. κοστολογούνταν στα 40 δισ. δολάρια. Μέχρι το 1945 είχαν κτιστεί εργοστάσια και εξοπλισμός αξίας 26 επιπλέον δισ. δολαρίων, «τα δύο τρίτα των οποίων ήταν πληρωμένα απευθείας από κυβερνητικά κονδύλια». Οι 250 μεγαλύτερες επιχειρήσεις είχαν το 1939 στην ιδιοκτησία τους το 65% των εργοστασίων και του εξοπλισμού, αλλά κατά τη διάρκεια του πολέμου λειτουργούσαν το 79% όλων των νέων εγκαταστάσεων που είχαν κτιστεί με κυβερνητικά κονδύλια. [Mills, «Η Κυρίαρχη Ελίτ / The Power Elite», σ. 101].

Η χρήση εργαλειομηχανών επεκτάθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό λόγω του πολέμου. Το 1940, το 23% των ενεργών εργαλειομηχανών ήταν σε χρήση για λιγότερο από δέκα χρόνια. Μέχρι το 1945, ο αριθμός αυτός είχε ανεβεί στο 62%. Η βιομηχανία συρρικνώθηκε μετά το 1945 και θα είχε υπεισέλθει σε ύφεση αν δεν επέστρεφε σε πολεμικά επίπεδα παραγωγής κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα και αν δεν παρέμενε σε αυτά τα επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Παρομοίως, το σύμπλεγμα Έρευνας και Τεχνολογίας ήταν απότοκο του πολέμου. Μεταξύ 1939 και 1945, το μερίδιο των δαπανών της AT&T για έρευνα, οι οποίες προέρχονταν από κυβερνητικά συμβόλαια, αυξήθηκε από 1% σε 83%. Πάνω από το 90% των αδειών ευρεσιτεχνιών —αποτέλεσμα κυβερνητικών χρηματοδοτήσεων— εκχωρήθηκαν σε βιομηχανικές επιχειρήσεις. Η σύγχρονη βιομηχανία ηλεκτρονικών συσκευών είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου και του Ψυχρού Πολέμου (π.χ. η σμίκρυνση των κυκλωμάτων για την κατασκευή πυροκροτητών εγγύτητας για βόμβες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές υψηλών αποδόσεων για έλεγχο και διοίκηση, κ.λπ.) [Noble, «Οι Δυνάμεις Παραγωγής / Forces of Production», σ. 8-16].

Η βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών τύπου Τζάμπο δε θα είχε δημιουργηθεί ποτέ χωρίς αν οι στρατιωτικές δαπάνες δε διατηρούνταν συνεχώς σε επίπεδα Ψυχρού Πολέμου. Οι εργαλειομηχανές που απαιτούνταν για την παραγωγή μεγάλων αεροπλάνων ήταν τόσο περίπλοκες και ακριβές, ώστε καμία «μικρή παραγγελία σε καιρό ειρήνης» δε θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν επαρκή κύκλο παραγωγής προκειμένου να αποσβεστούν. Χωρίς μεγάλες στρατιωτικές παραγγελίες, αυτές οι εργαλειομηχανές απλώς δε θα υπήρχαν. Η αεροναυπηγική βιομηχανία σύντομα μετατράπηκε σε ζημιογόνα μετά το 1945 και βρέθηκε κοντά στη χρεοκοπία όταν απειλήθηκε πόλεμος στις αρχές του 1948. Μετά από αυτό, ο Πρόεδρος Tρούμαν αποκατέστησε και πάλι την αεροναυπηγική βιομηχανία μέσω μαζικών δαπανών. Μέχρι το 1964, το 90% της αεροδιαστημικής Έρευνας και Τεχνολογίας χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση, με σημαντική παράπλευρη συνέπεια την ανάπτυξη των βιομηχανιών ηλεκτρονικών προϊόντων, των εργαλειομηχανών και άλλων βιομηχανιών. [Noble, «Forces of Production» σ. 6-7, Kofsky, «Ο Χάρυ Τρούμαν και η Απειλή Πολέμου του 1948 / Harry S. Truman and the War Scare of 1948»].

ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

Οι δαπάνες για έργα υποδομής καθώς και οι στρατιωτικές δαπάνες δεν είναι τα μόνα παραδείγματα της διαδικασίας με την οποία το κόστος και το ρίσκο μετακυλίονται στην κοινωνία ενόσω τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται —ή, όπως το έθεσε ο Rothbard, «της διαδικασίας με την οποία το κράτος των εταιρειών κάνει χρήση της φορολογικής ισχύος του επιβάλλοντας καταπιεστικούς φόρους, είτε για να συγκεντρώσει εταιρικό κεφάλαιο είτε για να μειώσει τα εταιρικά κόστη» [«Εξομολογήσεις ενός Δεξιού Φιλελεύθερου / Confessions of a Right-Wing Liberal»].

Μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελημένων από αυτού του είδους την ανάληψη κόστους από μέρους του κράτους είναι οι εταιρείες ηλεκτροδότησης. Σχεδόν το 100% όλης της έρευνας και ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας είτε επιτελείται από την ίδια την κυβέρνηση μέσω του προγράμματος πυρηνικών αντιδραστήρων είτε με την πληρωμή κατ’ αποκοπήν ποσών για τη χρηματοδότηση της Έρευνας και της Ανάπτυξης. Η κυβέρνηση παραιτείται από τη χρέωση τελών χρήσης για πυρηνικά καύσιμα, επιδοτεί την παραγωγή ουρανίου και παρέχει πρόσβαση σε εκτάσεις γης που ανήκουν στην κυβέρνηση σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που ισχύουν στην αγορά (και χτίζει δρόμους χιλιάδων χιλιομέτρων, που δίνουν πρόσβαση σε αυτές τις εγκαταστάσεις με χρήματα των φορολογούμενων πολιτών), εμπλουτίζει ουράνιο και ξεφορτώνεται τα απόβλητα σε προνομιακές τιμές. Ο Νόμος Price-Anderson του 1957 περιόρισε την αποζημιωτική ευθύνη της βιομηχανίας πυρηνικής ενέργειας και αύξησε την κυβερνητική ευθύνη σε υψηλότερο επίπεδο. [Adams και Brock, σ. 279-281]. Ένας αξιωματούχος της εταιρείας Westinghouse παραδέχτηκε το 1953,

Αν μας ρωτούσε κάποιος αν η Westinghouse θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ξοδέψει δικά της χρήματα, θα έπρεπε να απαντήσουμε «Όχι». Το κόστος του εργοστασίου θα ήταν ένα ερωτηματικό μέχρι να ολοκληρωθεί η ανέγερσή του. Μόνο τότε, μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης θα μπορούσαμε να δώσουμε μία απάντηση. Δε θα μπορούσαμε να βεβαιωθούμε για την επιτυχή λειτουργία του εργοστασίου πριν να ολοκληρώσουμε όλο το έργο και πριν το θέσουμε σε λειτουργία επιτυχώς. Αυτή εξακολουθεί να είναι μία κατάσταση με συσσωρευμένες αβεβαιότητες … Υπάρχει μία διάκριση μεταξύ ανάληψης ρίσκου και απερισκεψίας. [αυτόθι, σ. 278-279]

Αρκετά λοιπόν με την άποψη ότι τα κέρδη είναι η ανταμοιβή των επιχειρηματιών για το ρίσκο που αναλαμβάνουν. Αυτοί οι «επιχειρηματίες» βγάζουν τα κέρδη τους όπως και οι αυλικοί του 17ου αιώνα, αποκτώντας την εύνοια του βασιλιά. Όπως γράφει ο Τσόμσκι,

«οι τομείς της οικονομίας που παραμένουν ανταγωνιστικοί είναι αυτοί που τροφοδοτούνται από τη δημόσια ταΐστρα … Η φήμη και τα μεγαλεία της Ελεύθερης Επιχείρησης παρέχουν ένα χρήσιμο όπλο κατά των κυβερνητικών πολιτικών που θα μπορούσαν να ωφελήσουν τον ευρύτερο πληθυσμό … Αλλά οι πλούσιοι και ισχυροί … έχουν εκτιμήσει εδώ και καιρό την ανάγκη να προστατεύσουν εαυτούς από τις καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς, ο οποίος μπορεί μεν να προσφέρει κατάλληλες θεματικές για πύρινη ρητορική, αλλά μόνο στο βαθμό που συνεχίζουν να λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις και όσο ο μηχανισμός του προστατευτισμού συνεχίζει να λειτουργεί και η κρατική εξουσία είναι διαθέσιμη να επέμβει όταν χρειαστεί» (Τσόμσκι, «Αποτρέποντας τη Δημοκρατία / Deterring Democracy», σ. 144)

O Dwayne Andreas, Διευθύνων Σύμβουλος της Archer Daniels Midland, παραδέχθηκε ότι «δεν υπάρχει απολύτως τίποτε στον κόσμο που να πωλείται στην ελεύθερη αγορά. Τίποτε. Η ελεύθερη αγορά υπάρχει μόνο στους λόγους των πολιτικών». [Don Carney, «Ο κόσμος του Dwayne / Dwayne’s World»].

Οι μεγάλες επιχειρήσεις επίσης απολαμβάνουν οικονομικής προστασίας μέσω της φορολογικής νομοθεσίας. Πιθανώς οι περισσότερες από τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της λίστας Fortune 500 θα χρεοκοπούσαν χωρίς κρατική πρόνοια. Οι άμεσες φοροαπαλλαγές από το ομοσπονδιακό κράτος προς τις επιχειρήσεις το 1996 προσέγγισαν τα 350 δισ. δολάρια [Αυτό το νούμερο προέρχεται από τους υπολογισμούς μου, που βασίζονται στα στοιχεία που παρέχουν οι Zepezauer και Naiman, στο «Διώξτε τους Πλούσιους από το Σύστημα Πρόνοιας / Take the Rich Off Welfare»]. Αυτό το νούμερο, το οποίο αφορά μόνο την ομοσπονδιακή βοήθεια που παρέχεται στις επιχειρήσεις, είναι πάνω από τα δύο τρίτα των ετήσιων εταιρικών κερδών για το 1996 (460 δισ. δολάρια) [«Συνοπτικά Στατιστικά των Ηνωμένων Πολιτειών 1996 / Statistical Abstract of the United States 1996»].

Οι υπολογισμοί των κρατικών και των πολιτειακών φοροαπαλλαγών γίνονται σε αδρές γραμμές λόγω διαφορετικών ορισμών —κάθε αναλυτής έχει το δικό του υποκειμενικό ορισμό της «πρόνοιας για τις επιχειρήσεις»—, αλλά και επειδή περιλαμβάνουν φορολογικές ρυθμίσεις πενήντα πολιτειών και δημόσια αρχεία χιλιάδων νομαρχιών. Πέρα από αυτό, όσοι λειτουργούν ως μαστροποί για το χρήμα που διακινείται από πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις νιώθουν ντροπή για τις ευνοϊκές συμφωνίες που προσφέρουν στις επιχειρήσεις-πελάτες τους. Στη δική μου πολιτεία, το Αρκάνσας, ο αδιάφθορος Βαπτιστής ιεροκήρυκας που διατελεί και κυβερνήτης, εμπόδισε την ψήφιση νομοσχεδίου που θα επέβαλλε τη δημοσιοποίηση από το Γραφείο Οικονομικής Ανάπτυξης τριμηνιαίων αναφορών για τις ειδικές φορολογικές απαλλαγές που δίνονται σε επιχειρήσεις. «Είναι σημαντικό για την προσέλκυση επιχειρήσεων τα αρχεία όπου φαίνονται τα κίνητρα που δίνονται σε αυτές να μην εκτίθενται δημόσια» και η διάθεση «εμπορικών πληροφοριών» θα μπορούσε να έχει έναν «πολύ αρνητικό αντίκτυπο». [Arkansas Democrat-Gazette, 3 Φεβρουαρίου 2001]. Αλλά βέβαια το ύψος της πολιτειακής και της τοπικής προνοιακής ενίσχυσης των επιχειρήσεων θα μπορούσε εύκολα να φτάσει σε ομοσπονδιακά επίπεδα.

Στο σύνολό τους, οι άμεσες φοροαπαλλαγές που δίνονται στις επιχειρήσεις από όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης έχουν πιθανώς το ίδιο μέγεθος με τα εταιρικά κέρδη. Το γεγονός αυτό είναι παραπλανητικό σε ό,τι αφορά την επίδραση της πρόνοιας υπέρ των επιχειρήσεων, εφόσον η κρατική βοήθεια προς τις επιχειρήσεις είναι δυσανάλογη, γιατί προσφέρεται κυρίως σε ελάχιστες εταιρείες-γίγαντες του κάθε οικονομικού τομέα. Για παράδειγμα, μια επιταχυνόμενη υποτίμηση ευνοεί την επέκταση ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων. Νέες επιχειρήσεις δε θεωρούν ανάλογες επεκτάσεις ιδιαίτερα επικερδείς, εφόσον είναι πιθανό να χάσουν χρήματα τα πρώτα χρόνια. Παρ’ όλ’ αυτά, μία καθιερωμένη επιχείρηση θα μπορούσε να αντέξει τις ζημιές από ένα καινούργιο εγχείρημα και να ισοσταθμίσει το κόστος της υποτίμησης από τα κέρδη που της αποφέρουν οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις της. [Baratz, «Επιχειρηματικοί Γίγαντες και Διάρθρωση της Εξουσίας / Corporate Giants and the Power Structure»].

Το πιο εξοργιστικό σε ό,τι αφορά τις φορολογικές δαπάνες είναι η επιδότηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών μέσω των οποίων συντελείται η συγκέντρωση κεφαλαίου. Η αφαίρεση των τόκων από τα εταιρικά χρέη, τα περισσότερα από τα οποία εξογκώθηκαν από μοχλευμένες εξαγορές, κοστίζει στο Υπουργείο Οικονομικών πάνω από 200 δισ. δολάρια το χρόνο [Zepezauer, σ. 122-123]. Χωρίς αυτήν την έκπτωση φόρου, το κύμα συγχωνεύσεων της δεκαετίας του 1990 δε θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα. Συν τοις άλλοις, αυτό λειτουργεί ως μαζική άμεση επιδότηση στο τραπεζικό σύστημα, αυξάνοντας την ισχύ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στην επιχειρηματική οικονομία στα υψηλότερα επίπεδα από την Εποχή του Μόργκαν (Age of Morgan).

Μια ανάλογη κρατική ενίσχυση είναι η εξαίρεση των συναλλαγών αξιογράφων από τα κεφαλαιακά κέρδη, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο εταιρικών συγχωνεύσεων (π.χ. «ανταλλαγές μετοχών») αν και συνήθως καταβάλλεται επί τιμήματος κατά πολύ υψηλότερου από την αγοραία αξία της μετοχής [Green, σ. 11]. Η φορολογική μεταρρύθμιση του 1986 περιελάμβανε μία ρήτρα η οποία απέτρεπε τις επιχειρήσεις από το να αφαιρούν έξοδα για αμοιβές επενδυτικών τραπεζών και συμβούλων που εμπλέκονταν σε μοχλευμένες εξαγορές. Η αύξηση στον κατώτατο μισθό που δόθηκε το 1996 αποτέλεσε ανάκληση αυτής της ρήτρας, με μια εξαίρεση: καταργήθηκαν οι παρακρατήσεις τόκων για εξαγορές εταιρειών από τους εργαζομένους τους. [Judis, «Απολύτως Ελάχιστο / Bare Minimum»].

Ελευθεριακοί της Δεξιάς, όπως ο Rothbard, διαφωνούν με την κατηγοριοποίηση των φορολογικών δαπανών ως επιδοτήσεων. Αυτή η άποψη θεωρεί δεδομένο ότι τα φορολογικά έσοδα ανήκουν δικαιωματικά στο κράτος, όταν στην πραγματικότητα το κράτος τους επιτρέπει να κρατούν αυτά που είναι δικαιωματικά δικά τους. Ο φορολογικός κώδικας είναι όντως άδικος, αλλά η λύση είναι να καταργηθούν οι φόροι για όλους, και όχι ένας νέος υψηλότερος φορολογικός κώδικας. [Rothbard, «Εξουσία και Αγορά / Power and Market», σ. 104]. Αυτό είναι ένα πολύ αδύναμο επιχείρημα. Υποστηρικτές της μεταρρύθμισης του φορολογικού κώδικα στη δεκαετία του 1980 επέμεναν ότι ο μόνος λόγος που νομιμοποιούσε τη φορολόγηση ήταν η συγκέντρωση εσόδων και όχι η δημιουργία κινήτρων και αντικινήτρων ως μέσων κοινωνικής μηχανικής. Επίσης, αφήνοντας στην άκρη μικρές σημασιολογικές διαφωνίες, το ισχύον φορολογικό σύστημα θα ήταν ακριβώς το ίδιο αν ξεκινούσαμε με μηδενικούς φορολογικούς συντελεστές κι έπειτα επιβάλλαμε μόνο έναν φόρο ως τιμωρία όσων δε συμμετέχουν σε επιθυμητές οικονομικές δραστηριότητες. Όπως και να ’χει, η άνιση φορολογική πολιτική δίνει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ευνοημένες βιομηχανίες.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

Σε καιρούς ασυνήθιστης λαϊκής συνειδητοποίησης και κινητοποίησης, όταν το καπιταλιστικό σύστημα αντιμετωπίζει σοβαρές πολιτικές απειλές, το κράτος καταφεύγει στην καταστολή μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Η Goldstein [«Πολιτική Καταστολή στη Σύγχρονη Αμερική / Political Repression in Modern America»] εξιστορεί τις περιόδους με τη σημαντικότερη καταστολή σε αυτήν τη χώρα — την υπόθεση Haymarket και τον φόβο της κομμουνιστικής απειλής μετά τους παγκοσμίους πολέμους. Αλλά το κύμα καταστολής που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70, μολονότι τότε η καταστολή ήταν λιγότερο έντονη, έχει γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό των θεσμών σε μοναδικό βαθμό.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι αντιλήψεις της ελίτ καθορίζονταν από το κοινωνικό συμβόλαιο του New Deal. Το κράτος των επιχειρήσεων θα αγόραζε σταθερότητα και λαϊκή συναίνεση στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση που λάμβανε χώρα στο εξωτερικό δίνοντας εγγυήσεις για ένα δεδομένο επίπεδο ευημερίας και ασφάλειας για τη μεσαία τάξη. Σε αντάλλαγμα για τα υψηλά ημερομίσθια, τα συνδικάτα θα επέβαλλαν διοικητικό έλεγχο στους χώρους εργασίας. Αλλά, αρχής γενομένης από την εποχή του Βιετνάμ, ο τρόπος σκέψης της ελίτ άλλαξε ριζικά.

Οι ελίτ συμπέραναν από την εμπειρία της δεκαετίας του ’60 ότι το κοινωνικό συμβόλαιο είχε αποτύχει. Σε απάντηση στις αντιπολεμικές διαμαρτυρίες και τις φυλετικές ταραχές, οι Πρόεδροι Τζόνσον και Νίξον άρχισαν να δημιουργούν ένα θεσμικό πλαίσιο στρατιωτικού νόμου, διασφαλίζοντας ότι τέτοιου τύπου αναταραχές θα αντιμετωπίζονταν στο μέλλον διαφορετικά. Η επιχείρηση GARDEN PLOT του Τζόνσον περιελάμβανε εγχώριες παρακολουθήσεις από μέρους του στρατού, σχέδια έκτακτης ανάγκης που προέβλεπαν τη συνεργασία στρατού και τοπικής αστυνομίας για την καταστολή ταραχών και στις πενήντα πολιτείες, σχέδια για μαζικές προληπτικές προφυλακίσεις, και κοινές ασκήσεις αστυνομίας και τακτικού στρατού. [Morales, «Ο Σχεδιασμός του Αμερικανικού Στρατού για Κοινωνικές Αναταραχές / U.S. Military Civil Disturbance Planning»]. Ο κυβερνήτης Ρέηγκαν και ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Louis Giuffrida ήταν ενθουσιώδεις υποστηρικτές των ασκήσεων μέσα στο πλαίσιο του GARDEN PLOT στην Καλιφόρνια. Ο Ρέηγκαν ήταν επίσης πρωτοπόρος στη δημιουργία οιονεί στρατιωτικών ομάδων SWAT, οι οποίες τώρα υπάρχουν σε κάθε μεγάλη πόλη.

To κύμα απεργιών χωρίς την έγκριση των συνδικαλιστικών ηγεσιών στις αρχές του ’70 κατέδειξε ότι τα συνδικάτα δεν μπορούσαν πια να διατηρήσουν τη θέση τους στις εργασιακές διαπραγματεύσεις και ότι το κοινωνικό συμβόλαιο θα έπρεπε να αναθεωρηθεί. Ταυτόχρονα, ο επιχειρηματικός τύπος ήταν πλημμυρισμένος με άρθρα περί επικείμενης «έλλειψης κεφαλαίων» και επιχειρηματολογούσε υπέρ μιας αλλαγής στην διαχείριση πόρων από την κατανάλωση στη συσσώρευση κεφαλαίου. Προέβλεψαν ότι θα ήταν δύσκολο να επιβληθεί ένα όριο στα πραγματικά εισοδήματα στον πληθυσμό στο υπάρχον πολιτικό κλίμα. [Boyte, «Η Επανάσταση της Πίσω Αυλής / Backyard Revolution», σ. 13-16]. Αυτή η γνώμη εκφράστηκε από τον Χάντινγκτον και άλλους στο «Η Κρίση της Δημοκρατίας / The Crisis of Democracy» (μία εργασία για το Trilateral Institution, το οποίο αντανακλά τον τρόπο σκέψης της ελίτ). Το επιχείρημα του Χάντινγκτον και των άλλων ήταν ότι το σύστημα κατέρρεε από υπερβολική ζήτηση, η οποία οφειλόταν σε ένα πλεόνασμα δημοκρατίας.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις καλωσόρισαν όλο το εύρος των δυνατοτήτων αντισυνδικαλιστικών δράσεων που τους έδινε η Πράξη Taft-Hartley, με μοναδικό ρίσκο πιθανά μικρά πρόστιμα από το Εθνικό Συμβούλιο Εργασιακών Σχέσεων. Αύξησαν δραστικά τους πόρους για τη διαχείριση του προσωπικού που χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση και έλεγχο του εργασιακού χώρου, μία ανάγκη που απέρρεε από τη δυσαρέσκεια λόγω των στάσιμων μισθών και του ολοένα αυξανόμενου όγκου εργασίας [David Green, «Fat και Mean»]. Οι αμοιβές, ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας, έχουν μειωθεί σημαντικά από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ενώ όλες οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα έχουν κατευθυνθεί σε κέρδη και επενδύσεις αντί για μισθούς. Μία νέα κούρσα εξοπλισμών ανάλογη του Ψυχρού Πολέμου έχει μεταφέρει επιπλέον δημόσιους πόρους προς τη βιομηχανία.

Μια σειρά από γεγονότα, όπως η πτώση της Σαϊγκόν, το κίνημα των Αδεσμεύτων, και η Νέα Διεθνής Οικονομική Τάξη, θεωρήθηκαν σημάδια του ότι η πολυεθνική επιχειρηματική αυτοκρατορία έχανε τον έλεγχο. Η κλιμακούμενη επέμβαση του Ρέηγκαν στην Κεντρική Αμερική ήταν μία μερική απάντηση σε αυτήν την αντίληψη απώλειας του ελέγχου. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι ο Γύρος της Ουρουγουάης της GATT επέφερε μία πλήρη νίκη την ύστατη στιγμή, τερματίζοντας όλα τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν οι πολυεθνικές εταιρείες στην αγορά ολόκληρων οικονομιών, κλειδώνοντας έτσι τη Δύση σε έναν μονοπωλιακό έλεγχο της σύγχρονης τεχνολογίας και δημιουργώντας μία παγκόσμια κυβέρνηση για λογαριασμό των παγκόσμιων επιχειρήσεων.

Στο μεταξύ, οι Η.Π.Α., κατά τα λεγόμενα του Richard K. Moore, εισήγαγαν τεχνικές κοινωνικού ελέγχου από την περιφέρεια της αυτοκρατορίας προς το κέντρο. Με τη συνδρομή του Πολέμου κατά των Ναρκωτικών και του Εθνικού Κράτους Ασφαλείας, το σύστημα καταστολής συνέχισε να μεγαλώνει. Ο Πόλεμος κατά των Ναρκωτικών έχει αχρηστεύσει ουσιαστικά την Τέταρτη Τροπολογία του Συντάγματος. H κατάσχεση περιουσίας αποκλειστικά και μόνο στη βάση υποψιών εγκληματικής δράσης, με τη βοήθεια καταδοτών στις φυλακές, δίνει στην αστυνομία τη δυνατότητα να κλέβει περιουσίες χωρίς καν να υποβάλλει αιτήσεις άσκησης ποινικών διώξεων — αυτή είναι βέβαια μία κερδοφόρα πηγή εσόδων για την αγορά ελικοπτέρων και γιλέκων kevlar. Οι ομάδες SWAT έχουν οδηγήσει στη στρατιωτικοποίηση των τοπικών αστυνομικών δυνάμεων και η από κοινού εκπαίδευση με το στρατό έχει οδηγήσει πολλά αστικά αστυνομικά τμήματα να θεωρούν τους τοπικούς πληθυσμούς ως εχθρό υπό κατοχή. [Weber, «Μπάτσοι Πολεμιστές / Warrior Cops»].

Ο εγκάθετος του Ρέηγκαν Giuffrida εμφανίστηκε ξανά ως επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών (FEMA), όπου συνεργάστηκε με τον Oliver North για να συντονίσουν την επιχείρηση GARDEN PLOT. Ο North, ως ο σύνδεσμος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας με την FEMA από το 1982 μέχρι το 1984, ανέπτυξε ένα σχέδιο «αναστολής του συντάγματος στην περίπτωση εθνικής κρίσης, όπως για παράδειγμα πυρηνικού πολέμου, βίαιης και εκτενούς εσωτερικής αμφισβήτησης, ή εθνικής αντίθεσης σε κάποια στρατιωτική επέμβαση των Η.Π.Α. στο εξωτερικό» [Chardy, «Οι Βοηθοί του Ρέηγκαν και η ‘Μυστική’ Κυβέρνηση / Reagan Aides and the ‘Secret’ Government»]. Έχει ενδιαφέρον το ότι η επιχείρηση GARDEN PLOT εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια των ταραχών λόγω του ξυλοδαρμού του Rodney King, καθώς και σε πρόσφατες διαμαρτυρίες κατά της παγκοσμιοποίησης. Οι Ομάδα Δέλτα προσέφερε πληροφόρηση και συμβουλές σε αυτές τις περιστάσεις, καθώς και στο Waco [Rosenberg, «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται: Cockburn, τo Aυταρχικό Κράτος / The Empire Strikes Back; Cockburn, The Jackboot State»].

Μια άλλη καινοτομία είναι η μετατροπή σε αστυνομικούς πράκτορες όλων αυτών με τους οποίους συναλλασσόμαστε. Οι τράπεζες συστηματικά καταγγέλλουν «ύποπτες» κινήσεις μετρητών. Υπό τη μορφή προγραμμάτων «γνωρίστε των πελάτη σας» οι πωλητές λιανικής αναφέρουν αγορές προϊόντων που θα μπορούσαν υποθετικά, σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα, να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή ναρκωτικών. Οι βιβλιοθήκες πιέζονται να δηλώσουν αναγνώστες «ανατρεπτικού» υλικού και εκπαιδευτικά προγράμματα DARE κατά της χρήσης ναρκωτικών μετατρέπουν παιδιά σε πληροφοριοδότες της αστυνομίας.

Η τεχνολογία των υπολογιστών έχει αυξήσει τις δυνατότητες παρακολούθησης σε Οργουελιανά επίπεδα. Οι επεξεργαστές Pentium III αποκαλύφθηκε ότι ενσωμάτωναν κώδικες ταυτότητας σε κάθε έγγραφο που συντασσόταν μέσω αυτών. Οι δυνάμεις της αστυνομίας πειραματίζονται με ένα συνδυασμό από κάμερες σε δημόσιους χώρους, ψηφιακή τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων και βάσεων δεδομένων ψηφιακών φωτογραφιών. Όπως έγινε γνωστό, η Image Data LLC είναι μία εταιρεία που δρα ως βιτρίνα των Μυστικών Υπηρεσιών και βρίσκεται στη διαδικασία απόκτησης ψηφιακών φωτογραφιών από διπλώματα οδήγησης και από τις πενήντα πολιτείες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Είναι πολύ εύκολο, σχεδόν άδικο, να αναφερθώ ξανά στον Bob Novak και στον Υπουργό O’Neill, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ. «Μαρξιστική Πάλη των Τάξεων;» «Ρητορική Ληστοβαρόνων;». Οι παραπάνω σελίδες εξιστορούν την «πάλη των τάξεων» η οποία εξαπολύθηκε από τους ίδιους τους ληστοβαρόνους. Αν αυτό το είδος ανθρώπων έχει την τάση να στριγκλίζει όπως τα γουρούνια όταν μιλάμε για κοινωνικές τάξεις, αυτό συμβαίνει επειδή είναι κολλημένοι. Αλλά όλες οι τσιρίδες του κόσμου δεν μπορούν να αλλάξουν τα γεγονότα.

Ποιες είναι όμως οι συνέπειες όλων των παραπάνω γεγονότων για το κίνημά μας; Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η οικονομία των ευγενών/φεουδαρχών χτίστηκε πάνω στη βάση της ισχύος. Παρότι αυτό το ζήτημα ποτέ δεν απασχόλησε τον Milton Friedman, πνευματικά έντιμοι ελευθεριακοί της Δεξιάς όπως ο Rothbard παραδέχονται το ρόλο του κράτους στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού φεουδαρχισμού και της Αμερικανικής δουλείας. Ο Rothbard φτάνει σε αυτό το συμπέρασμα λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτά τα ιστορικά δεδομένα, και παραδέχεται ότι το δικαίωμα των αγροτών και των απελευθερωμένων σκλάβων να καταλάβουν τα «σαράντα εκτάρια και το ένα μουλάρι» τους χωρίς καμιά αποζημίωση προς τον γαιοκτήμονα.

Αλλά έχουμε δει ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός δημιουργήθηκε στη βάση της βίας, όπως και η φεουδαρχία και η δουλεία. Όπως και οι προκάτοχοί του, ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να έχει επιβιώσει σε κανένα σημείο της ιστορίας χωρίς κρατική επέμβαση. Τα κατασταλτικά μέτρα του κράτους έχουν αποκλείσει απολύτως τους εργάτες από την πρόσβαση στο κεφάλαιο, εξαναγκάζοντάς τους να πωλούν την εργασία τους στην αγορά εργασίας και προστατεύοντας τα κέντρα οικονομικής ισχύος από τους κινδύνους της ελεύθερης αγοράς. Θα αναφερθούμε ξανά στον Benjamin Tucker, σύμφωνα με τον οποίο οι ιδιοκτήτες και οι καπιταλιστές δεν μπορούν να εξάγουν υπεραξίες από την εργατική τάξη χωρίς τη βοήθεια του κράτους. Ο σύγχρονος εργάτης, όπως ο σκλάβος ή ο δουλοπάροικος, είναι θύμα μιας συνεχιζόμενης ληστείας. Δουλεύει σε μία επιχείρηση η οποία είναι χτισμένη στη βάση κλεμμένης εργασίας που συντελέστηκε στο παρελθόν. Στη βάση των ίδιων αρχών που αναγνώρισε ο Rothbard για τον αγροτικό κόσμο, ο σύγχρονος εργάτης δικαιούται να πάρει τον άμεσο έλεγχο της παραγωγής και να κρατά για τον εαυτό του ολόκληρο το προϊόν της εργασίας του.

Υπό μία έννοια, κάθε επιδότηση και προνόμιο που περιγράψαμε παραπάνω είναι μια μορφή σκλαβιάς. Η σκλαβιά, για να το θέσουμε απλά, είναι η βίαιη επιβολή με στόχο την απομύζηση της εργασίας κάποιου άλλου ανθρώπου. Ας εξετάσουμε λ.χ. τον εργάτη που πληρώνει 300 δολάρια το μήνα για μία πατέντα ενός φαρμάκου η οποία θα κόστιζε 30 δολάρια σε μια ελεύθερη αγορά. Αν πληρώνεται 15 δολάρια την ώρα, οι 18 ώρες που δουλεύει το μήνα για να πληρώσει τη διαφορά είναι σκλαβιά. Κάθε ώρα που έχει εργαστεί για να πληρώσει την τοκογλυφία που συνεπάγεται μία πιστωτική κάρτα ή ένα δάνειο για την αγορά κατοικίας είναι δουλεία. Οι ώρες που εργάστηκε για να πληρώσει αχρείαστα κόστη διανομής και μάρκετινγκ (τα οποία συνιστούν τη μισή τιμή λιανικής) λόγω των επιδοτήσεων που δίνονται με σκοπό τον οικονομικό συγκεντρωτισμό, είναι δουλεία. Κάθε επιπλέον ώρα που κάποιος δούλεψε για να καλύψει τις βασικές ανάγκες του, επειδή το κράτος ευνοεί τα αφεντικά και τον αναγκάζει να πουλά την εργασία του για λιγότερο απ’ όσο πραγματικά αξίζει, είναι δουλεία.

Όλες αυτές οι μορφές δουλείας μαζί πιθανόν αποτελούν τις μισές ώρες εργασίας μας. Αν κρατούσαμε την πλήρη αξία της εργασίας μας, θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε την κατανάλωση στα τωρινά επίπεδα με μια εργασιακή εβδομάδα είκοσι ωρών. Όπως είπε ο Bill Haywood, για κάθε άτομο που λαμβάνει ένα δολάριο για το οποίο δεν ίδρωσε, κάποιος άλλος ίδρωσε προκειμένου να παραγάγει ένα δολάριο που ποτέ δεν έλαβε.

Η έρευνά μας αμφισβητεί επίσης τη θέση του «αναρχικού» σοσιαλδημοκράτη Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος είναι διάσημος για τη διάκρισή του μεταξύ «οραμάτων» και «στόχων». Το μακροχρόνιο όραμά του είναι μία αποκεντρωμένη κοινωνία αυτο-κυβερνώμενων κοινοτήτων και εργασιακών χώρων, με μία χαλαρή σχέση ομοσπονδίας μεταξύ τους — αυτό είναι το παραδοσιακό αναρχικό όραμα. Παρ’ όλ’ αυτά, ο άμεσος στόχος του είναι η ισχυροποίηση του κράτους-ρυθμιστή, που θα διασπάσει «ιδιωτικές συγκεντρώσεις εξουσίας» προκειμένου να φτάσουμε στον αναρχισμό. Αλλά αν, όπως έχουμε δει, ο καπιταλισμός εξαρτάται από το κράτος για την επιβίωσή του, είναι επακόλουθο ότι αρκεί η απάλειψη των κρατικών ερεισμάτων που στηρίζουν τον καπιταλισμό. Σε ένα γράμμα του, την 4η Σεπτεμβρίου του 1867, ο Ένγκελς συνόψισε εύστοχα τη διαφορά μεταξύ αναρχικών και κρατικών σοσιαλιστών: «Λένε ‘καταργήστε το κράτος, και το κεφάλαιο θα πάει στο διάβολο.’ Εμείς προτείνουμε το αντίστροφο.» Ακριβώς.

ΠΗΓΕΣ

Morton S. Baratz. “Corporate Giants and the Power Structure,” in Richard Gillam, ed., Power in Postwar America (Boston: Little, Brown, and Co., 1971).

Harry C. Boyte. The Backyard Revolution: Understanding the New Citizen Movement (Philadelphia: Temple University Press, 1980).

Don Carney. “Dwayne’s World,” at http://www.motherjones.com/mother_jones/JA95/carney.html

Alfonso Chardy. “Reagan Aides and the ‘Secret’ Government” Miami Herald 5 July 1987, at http://www.totse.com/en/conspiracy/the_new_world_order/scrtgovt.html

Noam Chomsky. Class Warfare: Interviews with David Barsamian (Monroe, Maine: Common Courage Press, 1996)

Chomsky. How Free is the Free Market? Resurgence no. 173. http://www.oneworld.org/second_opinion/chomsky.html

Chomsky. World Orders Old and New (New York: Columbia University Press, 1998).

Citizens for Tax Justice. “GOP Leaders Distill Essence of Tax Plan: Surprise! It’s Corporate Welfare” 14 September 1999, at http://www.ctj.org/pdf/corp0999.pdf

Alexander Cockburn. “The Jackboot State: The War Came Home and We’re Losing It” Counterpunch 10 May 2000, at http://www.counterpunch.org/jackboot.html

Maurice Dobbs. Studies in the Development of Capitalism (London: Routledge and Kegan Paul, Ltd, 1963).

Gary Elkin. Benjamin Tucker–Anarchist or Capitalist? at http://flag.blackened.net/davo/anarchism/tucker/an_or_cap.html

Elkin. Mutual Banking. Available through http://www.subsitu.com

Friedrich Engels. Anti-Duhring. Marx and Engels, Collected Works v. 25 (New York: International Publishers, 1987).

Edgar Friedenberg. The Disposal of Liberty and Other Industrial Wastes (Garden City, N.Y.: Anchor, 1976).

Robert Goldstein. Political Repression in America: 1870 to the Present (Cambridge, New York: Schenkman Publishing Co’, 1978).

David M. Gordon. Fat and Mean: The Corporate Squeeze of Working Americans and the Myth of Management Downsizing (New York: The Free Press, 1996).

William B. Greene. Mutual Banking (New York: Gordon Press, 1849, 1974).

Benjamin Grove. “Gibbons Backs Drug Monopoly Bill,” Las Vegas Sun 18 February 2000, at http://www.ahc.umn.edu/NewsAlert/Feb00/022100NewsAlert/44500.htm

J.L. and Barbara Hammond. The Town Labourer (1760-1832) 2 vols. (London: Longmans, Green & Co., 1917)

Hammonds. The Village Labourer (1760-1832) (London: Longmans, Green & Co., 1913).

Michael Harrington. Socialism (New York: Bantam, 1970, 1972).

Harrington. The Twilight of Capitalism (Simon and Schuster, 1976).

Hearings on Global and Innovation-Based Competition. FTC, 29 November 1995, at http://www.ftc.gov/opp/gc112195.pdf

John Judis. “Bare Minimum: Goodies for the Rich Hidden in Wage Bill,” The New Republic 28 October 1996, in Project Censored Yearbook 1997 (New York: Seven Stories Press, 1997).

Frank Kofsky. Harry S. Truman and the War Scare of 1948 (New York: St. Martin’s Press, 1993).

Peter Kropotkin. Mutual Aid: A Factor of Evolution (New York: Doubleday, Page & Co., 1909).

William Lazonick. Business Organization and the Myth of the Market Economy (Cambridge University Press, 1991).

Lazonick. Competitive Advantage on the Shop Floor (Cambridge and London: Harvard University Press, 1990).

Chris Lewis. “Public Assets, Private Profits,” Multinational Monitor, in Project Censored Yearbook 1994 (New York: Seven Stories Press, 1994).

Tiber Machan. “On Airports and Individual Rights,” The Freeman: Ideas on Liberty. February 1999.

Steven A. Marglin. “What Do Bosses Do? The Origins and Functions of Hierarchy in Capitalist Production–Part I” Review of Radical Political Economics 6:2 (Summer 1974).

Karl Marx and Friedrich Engels. Capital vol. 1, Collected Works v. 35 (New York: International Publishers, 1996).

Seymour Melman. Profits Without Production. (New York: Alfred A. Knopf, 1983).

Wright Mills. The Power Elite (Oxford University Press, 1956, 2000).

David Montgomery. The Fall of the House of Labor (New York: Cambridge University Press, 1979).

Montgomery. Workers Control in America (New York: Cambridge University Press, 1979).

Richard K. Moore. “Escaping the Matrix” Whole Earth (Summer 2000).

Frank Morales. “U.S. Military Civil Disturbance Planning: The War at Home” Covert Action Quarterly 69, Spring-Summer 2000, at http://infowar.net/warathome/warathome.html

David F. Noble. America By Design: Science, Technology, and the Rise of Corporate Capitalism (New York: Alfred A. Knopf, 1977).

Noble. Forces of Production: A Social History of Industrial Automation (New York: Alfred A. Knopf, 1984).

Martin Khor Kok Peng. The Uruguay Round and Third World Sovereignty (Penang, Malaysia: Third World Network, 1990).

Chakravarthi Raghavan. Recolonization: GATT, the Uruguay Round & the Third World (Penang, Malaysia: Third World Network, 1990).

B. Robertson. The Economics of Liberty. (Mineapolis: Herman Kuehn, 1916).

Paul Rosenberg. “The Empire Strikes Back: Police Repression of Protest From Seattle to L.A.” L.A. Independent Media Center 13 August 2000, at http://www.r2kphilly.org/pdf/empire-strikes.pdf

Murray Rothbard. “Confessions of a Right-Wing Liberal,” in Henry J. Silverman, ed., American Radical Thought (Lexington, Mass.: D.C. Heath and Co., 1970).

Rothbard. Man, Economy, and State: A Treatise on Economic Principles (Los Angeles: Nash Publishing, 1952, 1970).

Rothbard. Power and Market (New York: New York University Press, 1977).

Adam Smith. The Wealth of Nations. Great Books edition (Encyclopedia Brittanica, Inc., 1952).

Testimony of Chairman Alan Greenspan. U. S. Senate Committee on Banking, Housing, and Urban Affairs. 26 February 1997, at http://www.federalreserve.gov//boarddocs/hh/1997/february/testimony/htm

P. Thompson. The Making of the English Working Class (New York: Vintage, 1963, 1966).

Benjamin Tucker. Instead of a Book, by a Man Too Busy to Write One (New York: Haskell House Publishers, 1897 1969).

Immanuel Wallerstein. Historical Capitalism (London, New York: Verso, 1983).

Diane Cecilia Weber. “Warrior Cops: The Ominous Growth of Paramilitarism in American Police Departments” Cato Briefing Paper No. 50, 26 August 1999, at http://www.cato.org/pubs/briefs/bp-050es.html

Mark Zepezauer and Arthur Naiman. Take the Rich Off Welfare (Odonian Press/Common Courage Press, 1996).

 

1 Σημ. μεταφραστή: «Captain Swing» είναι το όνομα με το οποίο υπογράφονταν απειλητικά <γράμματα κατά τη διάρκεια της εργατικής εξέγερσης του 1830 στην Αγγλία. Για περισσότερα: https://en.wikipedia.org/wiki/Captain_Swing
2 Σημ. μεταφραστή: περισσότερα για τους «μπάτσους του Robert Peel» στην ιστοσελίδα https://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Peel
Free Markets & Capitalism?
Markets Not Capitalism
Organization Theory
Conscience of an Anarchist